Σαίξπηρ: “Οθέλλος” – παράσταση του Εθνικού (1973) Β΄

Σαίξπηρ: “Οθέλλος” – παράσταση του Εθνικού (1973) Β΄

Μοιράσου το!

  • ΑΛΚ. ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ

Το Εθνικό Θέατρο, μετά το “Όπως σας αρέσει”του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιώς, παρουσιάζει από την κεντρική σκηνή του άλλο ένα έργο του Σαίξπηρ, τον “Οθέλλο”. Το θέμα του δανείσθηκε από την Έβδομη Νουβέλα της Τρίτης Δεκάδας των “Εκατόμυθων” του Τζιράλντι Τσίντιο (1504-1573), από τους οποίους πήρε και το θέμα της κωμωδίας του “Μέτρο για μέτρο”. Οι “εκατόμυθοι” υπήρχαν σε δυο εκδόσεις : του Μονρεάλε του 1565 και της Βενετίας του 1567. Τα αντίτυπα της Βενετίας ήσαν τα πιο διαδεδομένα και μάλλον ένα από αυτά θα είχε στα χέρια του ο Σαίξπηρ. Εκείνη την εποχή ένα από τα πιο επίκαιρα θέματα ήταν και της Κύπρου (όπου διαδραματίζονται οι τέσσερις από τις πέντε πράξεις του “Οθέλλου”). Η κυριαρχία της Βενετίας στην ελληνική μεγαλόνησο, που άρχισε το 1489, λήγει το 1570, με την κατάληψή της από τους Τούρκους. Ο “Οθέλλος” παίχθηκε ασφαλώς το 1604, ίσως κι ένα ή δυο χρόνια πρωτύτερα. Η ελληνική σκηνή και μάλιστα το Εθνικό Θέατρο τον παρουσίασαν επανειλημμένως και με ιδιαίτερη λαμπρότητα.

Την τωρινή παράσταση εσκηνοθέτησε ο κ. Τάκης Μουζενίδης. Μπόρεσε να δώσει έναν κινητικό ρυθμό στην παράσταση· τίποτε δεν άφησε στην τύχη. Κάθε κίνηση και μετακίνηση ήταν μελετημένη. Αλλά δεν μπόρεσε να εξασφαλίση μια ενότητα ερμηνευτικού ύφους. Ο κ. Μάνος Κατράκης ως Οθέλλος είχε ένα ακραίο νατουραλιστικό παίξιμο. Αλλά ξεπερνούσαν τα όρια του νατουραλισμού τα κυλίσματα και τα συρσίματα στο πάτωμα στον μονόλογο της ζήλειας, καθώς και – πάρα κάτω – τα συνεχή ξαπλώματα. Εκινδύνευαν, μια αληθινά τραγική υπόκριση, να την μετατρέψουν προς το κωμικό. Δεν έχομε καμιά αντίρρηση ως προς το χρώμα του Οθέλλου. Δεν είναι απαραίτητο να είναι κατάμαυρος. Πουθενά το κείμενο δεν απαιτεί ρητώς κάτι τέτοιο. Μπορεί να είναι και χαλκόχρους. Όμως ο Οθέλλος του κ. Μουζενίδη είχε γίνει Μογγόλος φύλαρχος!

Ο κ. Νίκος Τζόγιας είχε μια συγκρατημένη νατουραλιστική ερμηνεία. Η μεταφορά εντούτοις του τραπεζιού με τα ποτήρια και το κρασί από τον ίδιο, χωρίς να το δικαιολογή το κείμενο που απαγγέλλει εκείνη τη στιγμή, ήταν μια παραφωνία ακόμη και στο πλαίσιο του “νατουραλισμού”. Μπορούσε το τραπέζι να βρίσκεται στη μέση της σκηνής από την αρχή της εικόνας αυτής· δεν εμπόδιζε τις κινήσεις κανενός. (Πράξη Β΄, σκηνή 3).

Οι κυρίες Ελένη Χατζηαργύρη, Κάκια Παναγιώτου, Μαρία Σκούντζου έπαιζαν ρεαλιστικά. Ομοίως οι κ.κ. Δημήτρης Βεάκης και Γρηγόρης Βαφιάς. Ο κ. Χρήστος Πολίτης, που το καλοκαίρι είχε δώσει στην Επίδαυρο έναν πολύ καλό Ιππόλυτο, εδώ ήταν ασταθής, διστακτικός και “ηπόρει ποτέραν των οδών τράπηται”, κ.ο.κ. Ανεξάρτητα όμως από την έλλειψη ερμηνευτικής ενότητος, υπήρχαν πολλές αξιόλογες ατομικές επιδόσεις, στο πλαίσιο φυσικά της υποκριτικής γραμμής που ακολουθούσε ο κάθε καλλιτέχνης. Ο κ. Κατράκης, ύστερα από μερικές αστάθειες στην Α΄ πράξη, διέγραψε εν συνεχεία – και ιδίως στο τέλος – έναν Οθέλλο με επίπεδο αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Ασφαλώς πρόκειται για τον καλύτερο ρόλο του των τελευταίων ετών. Τον πολυσυζητημένο ρόλο του Ιάγου, που μερικοί μάλιστα σχολιασταί τείνουν να μεταβάλουν σαν το κύριο πρόσωπο της τραγωδίας, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι παρά το όργανο για την εξέλιξη της δράσεως, έπαιξε ο κ. Τζόγιας. Αφού πέρασε ένα σύντομο στάδιο ερμηνευτικών αβεβαιοτήτων, έγινε (με νατουραλιστική συνέπεια, όπως είπαμε λίγο πάρα πάνω) ο φθονερός, εκδικητικός και καταχθόνιος άνθρωπος, που δικαιολογείται στη συνείδησή του για την στάση του με την υποψία ότι ο Οθέλλος τον απάτησε με την γυναίκα του την Αιμιλία. Και του κ. Τζόγια η εμφάνιση ήταν από τις καλύτερες του τελευταίου καιρού.

Η κ. Χατζηαργύρη (Δυσδαιμόνα), με μια λαμπρή άρθρωση, έδωσε όλη την ευγένεια και την απελπισία της ηρωίδας της. Στην τελική σκηνή ήταν περίφημη. Η κ. Παναγιώτου ήταν μια πολύ ανθρώπινη – και γι’ αυτό πειστική – Αιμιλία. Ο κ. Νίκος Φιλιππόπουλος (Ροδερίκος) έπαιξε υπερβολικά σαν χαϊδεμένο παιδί “καλής οικογενείας”. Αξιοπρεπώς διεκπεραίωσε την Παραμάνα της Δυσδαιμόνας η κ. Μίτσι Κωνσταντάρα. Ο κ. Δημήτρης Βεάκης, στο σύντομο ρόλο του Βραβάντιου, ήταν άψογος. Εξωτερικά δε είχε μιαν καταπληκτική ομοιότητα με τον πατέρα του Αιμίλιο. Ο κ. Πολίτης υπήρξε άνισος ως Κάσσιος. Ψεύτικος στη σκηνή του μεθυσιού (Πράξη Β΄, σκηνή 3η), ήταν πολύ καλός στον διάλογό του με τον Ιάγο για την Μπιάνκα (Πράξη Δ΄, σκηνή 1η). Ο κ. Θεόδωρος Μορίδης (Δόγης) εκάλυψε πλήρως τις απαιτήσεις του ρόλου του, καθώς και οι κ.κ. Άγγελος Γιαννούλης και Χριστόφορος Καζαντζίδης (Γερουσιαστές). Στη ρεαλιστική του ερμηνεία, λίγο άτονος ο κ. Γρηγόρης Βαφιάς (Μοντάνος). Η κ. Μαρία Σκούντζου (Μπιάνκα) ήταν περισσότερο από επαρκής. Αξιόλογος καλλιτέχνης αναδείχθηκε ο κ. Μπάμπης Γιωτόπουλος (Κωμικός). Την ίδια εντύπωση μας προκάλεσε ο κ. Γιάννης Μαυρογένης (Μαντατοφόρος). Και όλοι οι λοιποί έκαναν ό,τι μπορούσαν, χωρίς να ενοχλήσουν καθόλου. Τα κοστούμια και οι σκηνογραφίες ήταν του κ. Γιάννη Στεφανέλλη. Το μόνιμο σύνθετο κλιμακοστάσιο με τους εξώστες είχε μια επιβλητικότητα και ήταν λειτουργικά πολύ χρήσιμο για τις γρήγορες αλλαγές εικόνων. Τον κ. Μουζενίδη εβοήθησε στη σκηνοθεσία ο κ. Κώστας Αβδάλας. Η μουσική επιμέλεια – πολύ κατάλληλη – ήταν της κ. Ολυμπίας Κυριακάκη. Η διδασκαλία της ξιφασκίας του κ. Δημήτρη Κομητούδη ήταν αισθητή κατά την παράσταση.

_____________________________

  • ΤΑ ΝΕΑ, 28 Δεκεμβρίου 1973
  • Κεντρική φωτογραφία: Μάνος Κατράκης (Οθέλλος), Ελένη Χατζηαργύρη (Δυσδαιμόνα). Οθέλλος. Εθνικό Θέατρο: Κεντρική Σκηνή, 13/12/1973 – 20/01/1974

Μοιράσου το!
ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ ΔΡΩΜΕΝΑ ΚΡΙΤΙΚΗ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

ΙΣΩΣ ΣΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ