Αυτογνωσία και αναγνώριση στον Ίωνα του Ευριπίδη

Αυτογνωσία και αναγνώριση στον Ίωνα του Ευριπίδη

Μοιράσου το!

ΓΙΑΤΙ ο Ίωνας του Ευριπίδη; Πρώτα, γιατί μας επιτρέπει να αναγνωρίσουμε τη μυητική διάσταση ενός τραγικού μύθου, φωτίζοντας έτσι γενικότερα τη σημασία του μύθου στον αρχαίο κόσμο· ύστερα, γιατί μας προσφέρει τη δυνατότητα να συλλάβουμε τα επικοινωνούντα επίπεδα των θεών, της πόλεως και του οίκου μέσα στα πλαίσια ενός συνόλου: του κόσμου των αμφίθυμων και αμφίσημων σχέσεων του θηλυκού προς το αρσενικό στοιχείο· ακόμη, γιατί το σκηνικό του, ο ναός του Απόλλωνα στους Δελφούς, βρίσκεται σε διάλογο με δυο άλλους ιερούς χώρους: το βράχο της Ακρόπολης στην Αθήνα και το Τελεστήριο της Ελευσίνας· και, τέλος, γιατί το ερώτημα για το θεατρικό είδος στο οποίο ανήκει ο Ίωναςτραγωδία, κωμωδία ή κάποιο ενδιάμεσο είδος– αφήνει το δρόμο ανοιχτό για σημαντικότερους θεατρικούς προβληματισμούς.

Στον Ίωνα ο τραγικός μύθος αναδεικνύεται σε κάτι διαφορετικό από μια αφήγηση όπου η αλήθεια και το ψεύδος δεν διακρίνονται (λ. 492) αλλά και από μια εντελώς πλαστή ιστορία που αποτελεί τον αντίποδα του λόγου, όπως τον χαρακτήρισαν συχνά τόσο οι αρχαίοιi, όσο και σύγχρονοι ερευνητές σαν τον J. Frazerii, που γράφει κάπου “μύθος είναι μια εντελώς ψευδής ιστορία”. Όπως για τον Πλάτωνα (Πολιτεία, 377 d κ. εξ.) υπάρχουν μύθοι που δεν είναι αληθείς ή ψευδείς, αλλά επικίνδυνοι, δηλαδή τέτοιοι που η γνωριμία τους να προϋποθέτει υποχρεωτικά την μύηση, έτσι και το κείμενο του Ευριπίδη υπογραμμίζει πως όταν κοίταζε τα πιο τρομερά προβλήματά του, τα οικογενειακά (ὅταν δ᾽ ἐν ταῖς φιλίαις ἐγγένηται τὰ πάθη, για τον Αριστοτέλη, Ποιητική XIW, 4) ο αρχαίος άνθρωπος διέθετε ένα προνομιούχο εργαλείο· τον τραγικό μύθο που δεν “εκλαΐκευε” ούτε “λαϊκοποιούσε” τα μυστήρια, αλλά εξασφάλιζε την επικοινωνία της μυστικής γνώσης με τον κόσμο της πόλεως και της ιστορίας μέσα από τη δημιουργία πρωτότυπων συμβόλων που τη σηματοδοτούσαν και την προσανατόλιζαν σ’ ένα ανώτερο επίπεδο.

Ο Ίωνας είναι ένας έφηβος ο οποίος, για να γίνει γενάρχης της ομώνυμης φυλής και συνάμα άντρας, οπλίτης και πολίτης, πρέπει πρώτα να δοκιμαστεί αντιμετωπίζοντας το θάνατο που εκπορεύεται για δεύτερη φορά από αυτήν που γύρεψε να τον σκοτώσει εκθέτοντάς τον όταν ήταν νεογέννητος: την ιδια του τη μάνα, την Κρέουσα. Η ωρίμανση όμως, ως αυτογνωσία και ανάμνηση των “ἐν ταῖς φιλίαις παθῶν”, δεν μπορεί να ολοκληρωθεί, αν ο ήρωας δε φτάσει σε μια αναγνώριση που είναι μαζί αποδοχή και αγάπη: τη στιγμή που υψώνει το εκδικητικό του ξίφος, σαν άλλος Περσέας, για να σκοτώσει αυτήν που ονομάζει Γοργώ (1265) η Πυθία, με μια κίνηση που θυμίζει τα Ελευσίνια, θα του φανερώσει το παιδικό του λίκνο που τον οδηγεί στην αλήθεια. Ο Ίωνας δεν αναγνωρίζει απλώς τη μάνα του, τη συμπονά, συναισθάνεται τα παθήματα που την έκαναν σκληρή μαζί του και μαθαίνει να την αγαπά: τώρα είναι ώριμος για τη φανέρωση της παρθένας-μάνας Αθηνάς, που θα οδηγήσει μάνα και γιο πίσω στην πατρίδα. Σε ποιο βαθμό φωτίζεται έτσι ο Ίωνας από το στρατιωτικό θεσμό της εφηβείας της κλασικής εποχής, θεσμό που μια σειρά μελετητές είδαν τις μυητικές και μυθικές του προεκτάσεις;

Ερώτημα σαγηνευτικό, που μας επιτρέπει να συνδέσουμε από ένα νέο δρόμο τους εφήβους με τον κόσμο των μυστηρίων. Η πολιτική ωρίμανση (που ισοδυναμεί εδώ με ανανέωση της μυθικής αυτοχθονίας) προϋποθέτει τη μύηση στην αγάπη της επικίνδυνης μάνας-γης.

Πώς ο κόσμος των θεών συνδέεται με τα πάθη των ανθρώπων; Βιαστής της Κρέουσας και πατέρας του γιού της, του Ίωνα, είναι ο χρησμοδότης θεός των Δελφών, ο Απόλλων. Θεός που –κυνηγημένος από τη μανία της Ήρας, όταν ήταν έμβρυο ακόμα– είχε στη Δήλο μια δύσκολη και θαυμαστή γέννα (βλ. Υμν. Εις Απόλλωνα), θεός εκηβόλος, τιμωρός, ο Φοίβος σκότωσε στους Δελφούς μια μεγάλη δράκαινα, την Πυθώ, που όμως επέζησε μέσα από το επίθετο Πύθιος, από το όνομα της μάντισσάς του, της Πυθίας, και από την ονομασία των Πυθικών του αγώνων. Ο Ίωνας υπογραμμίζει από τη μια τη σύνδεση του θεού της προφητείας και της αυτογνωσίας με τον κόσμο της γέννησης που συμβολίζει ο ομφαλός και από την άλλη τη σκοτεινή πλευρά τού θεού τού φωτός που ακούει στο επίθετο του Εκάτου (Υμν. Εις Απόλλωνα, 275) και σαν βιαστής της Κρέουσας / Κόρης (Ίων, 887 κ. εξ.), ταυτίζεται με τον Πλούτωνα. Πώς όμως ο επιθετικός θεός που γνωρίζουμε από την Ορέστεια και τον τραγικό κύκλο των Ατρειδών γίνεται ο θεός της οικουμενικής αλήθειας, όπως τη βλέπουμε να λάμπει στον Οιδίποδα Τύραννο ή στο τέλος του Ίωνα;

Οι άλλοι άρρενες θεοί που τον πλαισιώνουν στο έργο δίνουν απάντηση· ο Ερμής είναι ο θεός των δρόμων και της επικοινωνίας προς κάθε κατεύθυνση (από τον Όλυμπο στη γη κι από εκεί στον Άδη και αντιστρόφως, από τους Δελφούς με τον έφηβο Ορέστη στις Ευμενίδες και προς τους Δελφούς με το βρέφος στον Ίωνα). Σαν τρομερό παιδί που γεννήθηκε, από φόβο της Ήρας, “παράνομος” σε σπήλαιο και κατάκτησε τη θέση του στον Όλυμπο, όταν βρέφος ακόμη, έδειξε τις μουσικές ιδιότητές του, με μια σειρά από θαυμαστά έργα (που μετάλλαξαν την οργή του Απόλλωνα σε θάμβος), είναι ο κατάλληλος για να οδηγήσει τον Ίωνα από το άντρον της Ακροπόλεως, όπου γεννήθηκε, στους Δελφούς· σαν εναγώνιος προστάτης των εφήβων αθλητών (Πύθιον, 2.10 κ.λπ.) και ψυχοπομπός συνεργάτης του Άδη είναι ο αρμόδιος για να τον εισαγάγει, έφηβο πια, στη θανάσιμη δοκιμασία που θα τον κάνει άντρα.

Ο Παν (Ίωνας, 492 κ.εξ.) και ο Διόνυσος είναι τα δυο άλλα κυνηγημένα και τρομερά θεϊκά παιδιά που ξανασυναντούμε στον Ίωνα ύστερα από το περίφημο υπόρχημα που προείται στον Οιδίποδα Τύραννο (1098, κ. εξ.) άλλο “δελφικό” έργοτης τραγικής αναγνώρισης / αυτογνωσίας του ήρωα. Η κατάρα της δυσμορφίας στέρησε από τον Πάνα την ίδια τη μάνα του (Ομ. Ύμν. Εις Πάνα). Ο Διόνυσος, όμως, είναι το κατεξοχήν κυνηγημένο από την Ήρα παιδί, ως έμβρυο στη μήτρα της μάνας του (Σεμέλη ή Υδροφόροι του Αισχύλου), και κατά την τραγική στιγμή του τοκετού (Βάκχαι 2 κ.εξ.) ως διαμελισμένο από τους Τιτάνες νήπιο (Ορφ, αποσπ. 210, 35 κ.λπ.) και ως έφηβος (Νόννος, Διονυσιακά XXXII).

Η συνέχεια των παθών του Βάκχου γεφυρώνει την παιδική και την εφηβική ηλικία, οι παραισθησιογόνες του δυνάμεις μας εξηγούν γιατί ο Απόλλων χρησιμοποιεί το σύνεδρό του στους Δελφούς Θεό για τα τεχνάσματά του, αλλά η βαθύτερη ουσία του κρύβεται αλλού: στον ελευσίνιο-μυητικό χαρακτήρα του Διονύσου / Ιάκχου, που η γέννησή του “εκ θανάτου προς ζωήν” σημαδεύει το τέλος και το στεφάνωμα των μυστηρίων. Η ωρίμανση του εφήβου ερμηνεύεται, λοιπόν, μέσα από το συσχετισμό με τον Ίακχο (1074 κ. εξ.), σαν δεύτερη μυητική γέννηση και η δελφική αυτογνωσία αναδεικνύεται ανάμνηση της κύησης του θεϊκού εβρύου.

Μέσα απ΄τη σύνδεσή του με το Διόνυσο το αρσενικό θεϊκό στοιχείο συναντά το θηλυκό, όπως ο Ίωνας την Κρέουσα στον κόσμο των ανθρώπων. Ο Βάκχος που κυνηγήθηκε από τη θεά-μητέρα είναι ο πιστός στη μητέρα-θεός, ο αγαπημένος των γυναικών, ο παράδεισος της Δήμητρας και της Κόρης. Ο πολυβασανισμένος από τη γέννησή του μοιάζει το αντίστοιχο / αντίθετο της Αθηνάς που φαίνεται να αρνήθηκε τους πόνους της γέννας (452 κ.εξ.), για να γίνει η παρθένα-στρατηγός πρόμαχος και η παρθένα μάνα του Εριχθόνιου, παιδιού και φιδιού το οποίο στάθηκε ο καρπός της (ανεπιθύμητης;) ερωτικής επίθεσης του αδερφού της, του Ηφαίστου. Σαν η παρθένα η Αθηνά είναι κοντά στην Άρτεμη, σαν μάνα διαδέχεται την προκλασική μητέρα θεά, σαν Κόρη είναι συγγενική με την περσεφόνη. Ποια άλλη θα μπορούσε καλύτερα να νιώσει τον πόνο της γήινης παρθένας-μάνας και να την οδηγήσει σε συμφιλίωση με το ανδρικό στοιχείο;

Η φύση συμπάσχει και συνεργεί με τους θεούς και τους ανθρώπους. Αν ο Ίων απειλεί με τα τόξα του τα πουλιά που κόντεψαν να τον σπαράξουν σαν έκθετο βρέφος (154 κ.εξ.), μια βακχική συνοδεία πουλιών θα τον σώσει από το φαρμάκι (1196 κ.εξ.). Η Γοργόνα, η τερατώδης μάνα που πεθαίνει γεννώντας έναν άνθρωπο και ένα άλογο είχε προσφέρει το δηλητήριο: μια σταγόνα από το αίμα της. Η Γοργόνα, σαν στολίδι στις φασκιές του Ίωνα, θα προσφέρει και το σημείο της αναγνώρισης, όταν έρθει η ώρα ν’ ανοίξει, ο έφηβος πια, το καλάθι του μωρού που ήταν κάποτε (1421). Ανοίγοντας το καλάθι που έκρυβε άλλοτε το μυθικό Εριχθόνιο, οι αμύητες και περίεργες Αγλαυρίδες τρελάθηκαν και σκοτώθηκαν. Ανοίγοντας το καλάθι του ο Ίων ολοκληρώνει τη μύησή του, μέσα στο φως του αριστοτελικού ελέου που εδώ ανοίγεται προς την αγάπη για την πολύπαθη, την φιλτάτην (1437) μάνα. Καθώς παίρνει το δρόμο για την Αθήνα, ο έφηβος είναι πια πολίτης με ολοκληρωμένη ιδεολογία. Συμφιλιωμένος με τη μάνα του, κυρίαρχος του παρελθόντος του μπορεί ν’ ακούει το τραγούδι της αηδόνας σαν κελάηδισμα και όχι σαν απειλή. Εκεί, όμως, όπου η μυητική γνώση υποκατέστησε το φόβο, η θηριώδης οργή δεν έχει πια θέση, ο Ίων δεν θέλει και δεν μπορεί να είναι τύραννος (621 κ.εξ.).

Αυτό είναι το έργο που σήμερα ακόμη, φιλόλογοι σαν τον Lesky (Ιστ. Ελλ. Λ. Ε, 554 κ.εξ.) και σκηνοθέτες βλέπουν σαν ανάλαφρο “δράμα της τύχης” η κωμωδία που οδηγεί στη “νέαν” του Μενάνδρου.

Δεν πρόκειται να αναφερθούμε εδώ στην ειδολογική κατάταξη που μπορεί να συμπεριλάβει έργα σαν τον Ίωνα και την Ελένη. Το βέβαιο όμως είναι ότι οι θεοί οι μύθοι, τα σύμβολα είναι τόσα αληθινά στην τραγωδία, όσο και τα φαντάσματα στο Σαίξπηρ.

Θα ’πρεπε ίσως να πούμε στην τραγωδία και την κωμωδία. Η κρίση στις παραστάσεις και στις μεταφράσεις αρχαίου δράματος στον τόπο μας είναι πρώτα κρίση ανάγνωσης. Όσο καιρό θα αδυνατούμε να αποκρυπτογραφήσουμε τα συμβολικά πλέγματα, τα σημεία των έργων ο Αισχύλος, ο Αριστοφάνης, ο Σαίξπηρ ή ο Γκολντόνι, θα γεννούν μόνο το συμβατικό γέλιο και το συμβατικό δάκρυ, μακριά από το φόβο, τον έλεο και την κάθαρση.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

iΌχι μόνο ο Πλάτων, αλλά και ο Πίνδαρος, ο Αριστοτέλης, ο Θουκυδίδης κ.ά.

iiΣτον πρόλγο του Παυσανία των εκδόσεων Loeb.

 

ΔΡΩΜΕΝΑ. Χρόνος Α΄, τεύχος 1, Μάρτης-Απρίλης 1984

The following two tabs change content below.

ΓΙΑΓΚΟΣ ΑΝΔΡΕΑΔΗΣ

Ο Γιάγκος Ανδρεάδης γεννήθηκε το 1944 στην Αθήνα. Σπούδασε ιστορία και αρχαιολογία στην Ελλάδα και ειδικεύτηκε στη θρησκειολογία και τη μυθολογία στη Γαλλία. Διδάσκει δημιουργική γραφή, ιστορία του πολιτισμού και θέατρο στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Στο παρελθόν έχει διδάξει στη Σχολή του Εθνικού, του οποίου ήταν και πρόεδρος της καλλιτεχνικής επιτροπής, και υπήρξε εκπρόσωπος του Ελληνικού Κέντρου Θεάτρου στην UNESCO. Έχει γράψει μια σειρά από θεατρικά δοκίμια και βιβλία, ανάμεσά τους τα: "Αντιγόνη", "Στα ίχνη του Διόνυσου", "Αντιγόνη 2", "Από τον Αισχύλο στον Μπρεχτ: Όλος ο κόσμος μια σκηνή" (Τόπος 2009) και, μαζί με την Πέπη Ρηγοπούλου, το "Ζητήματα Ιστορίας του Πολιτισμού" (Τόπος 2010). Είναι διευθυντής του Κέντρου Κλασικού Δράματος και Θεάτρου (ΚΕΔΡΑ). Στα πλαίσια της δουλειάς του στη Σχολή του Εθνικού και κυρίως στο ΚΕΔΡΑ έχει μεταφράσει και σκηνοθετήσει στην Ελλάδα και στο εξωτερικό αρχαία δράματα, όπως την "Ορέστεια" και τις "Βάκχες". Παράλληλα, διευθύνει θεατρολογικές διατριβές και οργανώνει αντίστοιχα Διεθνή Συνέδρια. Δύο φορές, το 1996 και το 1998, πραγματοποίησε έναν θεατρικό περίπλου της Μεσογείου, μετατρέποντας ένα μεταγωγικό πλοίο σε θέατρο. Έχει επίσης γράψει και ανεβάσει το "Αχ δολοφόνε μου" και το "(Λ)όλα καύτα", μοντέρνες μουσικές διασκευές του "Οιδίποδα Τυράννου" του Σοφοκλή και του "Αγαμέμνονα" του Αισχύλου, καθώς και έργα βασισμένα στη δημιουργία του Ντοστογιέφσκι, του Θερβάντες, του Καβάφη και του Λόρκα. Τελευταία του δουλειά, που βρίσκεται σε εξέλιξη, είναι η διασκευή και σκηνοθεσία των "Ιχνευτών" του Σοφοκλή. Εκτός από θεατρικά έργα και δοκίμια, ο Γιάγκος Ανδρεάδης γράφει ποίηση και πεζογραφία. Έχει δημοσιεύσει την ποιητική συλλογή "Μπαλάντα του αντικαρκινικού Μεταξά", τη συλλογή διηγημάτων "Χαμοζωή και δόξα του Θεόφραστου Σκορδίλη", το μυθιστόρημα "Τσουνάμι" και το "Λαθρέμποροι: Ιστορίες κλεμμένες από άλλους" (Τόπος 2008).

Latest posts by ΓΙΑΓΚΟΣ ΑΝΔΡΕΑΔΗΣ (see all)


Μοιράσου το!
ΔΡΩΜΕΝΑ ΜΕΛΕΤΕΣ-ΑΡΘΡΑ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΙΣΩΣ ΣΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ