Οι ανθρώπινοι τύποι του Μολιέρου νίκησαν το χρόνο

Οι ανθρώπινοι τύποι του Μολιέρου νίκησαν το χρόνο

Μοιράσου το!

  • Γράφει ο Ερανιστής

Ο Ζαν Μπατίστ Ποκελέν, που σαν ηθοποιός χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο Μολιέρος, γεννήθηκε στις 15 Ιανουαρίου 1622, στο Παρίσι, γιος ενός πλούσιου ταπετσιέρη. Αφού μαθήτευσε σε μια σχολή Ιησουϊτών, προοριζόταν να σπουδάσει νομικά. Προικισμένος από μικρός με οξύ πνεύμα, ο Μολιέρος παρακολούθησε τις νέες φιλοσοφικές και επιστημονικές θεωρίες, εκείνες που αντιπροσώπευε ο Πιέρα Γκασεντίi ο αντίπαλος του Καρτέσιου. Τότε μετέφρασε μερικά μέρη από το ποίημα “Περί της φύσεως” του Λουκρήτιουii. Τελικά, όμως, το καλλιτεχνικό του δαιμόνιο υπερίσχυσε κι ο σοφός Ποκελέν έγινε ο ηθοποιός Μολιέρος.

Ο δρόμος του στο θέατρο ήταν δύσκολος. Η υλική επιτυχία άρχισε να του χαμογελάει όταν, εγκαταλείποντας την επαρχία, συγκρότησε το θίασο του “Monsieur”, όπως ονόμαζαν τον αδελφό του βασιλιά. Αργότερα αυτός ο θίασος έγινε “βασιλικός” κι απ’ αυτή τη στιγμή (1680) ιδρύθηκε η “Κομεντί Φρανσέζ”.

Ο Μολιέρος παντρεύτηκε μια ηθοποιό. Μα ο γάμος αυτός δεν ήταν ευτυχισμένος. Επίσης ήρθε σε σύγκρουση με τον κλήρο, εξαιτίας της κωμωδίας του “Ταρτούφος”, που στρεφόταν εναντίον των υποκριτών και είχε προκαλέσει θύελλα διαμαρτυριών.

Με τη βοήθεια του βασιλιά, ο Μολιέρος απέκρουσε τις επιθέσεις εναντίον του, χωρίς όμως να αμβλύνει και το μίσος των κληρικών, που τον ακολούθησαν ακόμα και μετά θάνατον. Όταν, από καθήκον προς τους συναδέλφους του και παρά τη βαριά του αρρώστια, εμφανίσθηκε από σκηνής, στο “Κατά φαντασίαν ασθενή”, ο πυρετός του, εξαιτίας της πνευμονικής του πάθησης, τον κατέβαλε σχεδόν μπροστά στα μάτια των θεατών. Κι ο Μολιέρος πέθανε το ίδιο βράδυ, στις 17 Φεβρουαρίου 1673. Ο κλήρος του αρνήθηκε τη θρησκευτική κηδεία κι ο βασιλιάς που κατά τ’ άλλα τον είχε ευνοήσει και τον είχε αποκαταστήσει κοινωνικά, δεν έκανε τίποτα γι’ αυτόν τώρα πια.

Μια σύζυγος ηθοποιός μας περιγράφει έτσι την εμφάνιση του Μολιέρου, στην ακμή της δράσης του:

Δεν ήταν ούτε παχύς ούτε αδύνατος, και είχε σοβαρή όψη. Η μύτη του ήταν αδρή, το στόμα μεγάλο, τα χείλη του παχιά. Το χρώμα του προσώπου του ήταν σκούρο, τα φρύδια του κατάμαυρα και πυκνά και τόσο ευκίνητα που μ’ αυτά μονάχα μπορούσε να δώσει στον εαυτό του κωμικές εκφράσεις. Ο χαρακτήρας του ήταν ήπιος, ευχάριστος και ευγενικός. Κι όταν διάβαζε τα έργα του τους ηθοποιούς, τους ζητούσε να φέρουν και τα παιδιά τους για να κρίνει από τις αφελείς τους εκδηλώσεις τα ίδια του τα έργα…”

Σαν ηθοποιός ο Μολιέρος είχε δοκιμάσει να παίξει σοβαρούς ρόλους, μα απέτυχε, γιατί η ομιλία του ήταν πολύ γρήγορη για την τραγωδία. Πάντα αναλάβαινε τους πιο μακρούς και πιο δύσκολους ρόλους, “γοητεύοντας το κοινό με τη γνησιότητα του αισθήματος, την τελειότητα της έκφρασης και τη λεπτότητα της τέχνης: Δεν μπορούσες πια να διακρίνεις τον άνθρωπο από το ρόλο”.

Κάτω από μια τέτοια μάσκα κρυβόταν ένας τρυφερός, μελαγχολικός, σιωπηλός, παρατηρητικός χαρακτήρας, που μας τον δείχνουν τα τελευταία αυτά λόγια του:

Όσον καιρό ο πόνος και η χαρά έρχονταν ανάμικτα στη ζωή μου, θεωρούσα τον εαυτό μου ευτυχισμένο. Τώρα όμως που μόνο βάσανα με βρίσκουν και δεν βλέπω μπροστά μου καμιά γαλήνια κι ευχάριστη στιγμή, βλέπω πως πρέπει ν’ αφήσω το παίξιμο. Δεν αντέχω πια στους πόνους και τα βάσανα που δεν μ’αφήνουν ούτε στιγμή να ησυχάσω. Αλλά και τι δεν υποφέρει ένας άνθρωπος, ώσπου να πεθάνει!”

Από τον Μολιέρο και ύστερα οι Γάλλοι ξέρουν να ξεχωρίζουν την “υψηλή κωμωδία” από τη φάρσα και την κωμωδία καταστάσεων. Το έργο του Μολιέρου, όμως, δεν οδηγεί κατευθείαν προς αυτόν το σκοπό, γιατί ανάμεσα στις αριστουργηματικές κωμωδίες του, έγραφε και διασκεδαστικά κομμάτια για τις αυλικές γιορτές, όπου όμως λάμπει επίσης το πνεύμα του.

Πορτρέτο του Μολιέρου στα 1668 στο ρόλο του Αρπαγκόν

Ο Μολιέρος είναι το αποκορύφωμα του Γαλατικού πνεύματος, που στερείται κάθε μεταφυσικότητας. Η κωμωδία του δεν έχει ιδέες, μα αποτελεί πρότυπο καθαρής παράστασης του ανθρώπινου χαρακτήρα, στις σχέσεις του με το περιβάλλον και ιδίως με την κοινωνία. Από τη γαλλική αυτή αίσθηση του πραγματικού, προκύπτει και το κωμικό στοιχείο στον Μολιέρο, σαν μια αισθητική κατηγορία που βρίσκεται δώθε από τα όρια του υπερπραγματικού. Το κωμικό στον Μολιέρο, προέρχεται από την αντίθεση του ατομικού προς το κοινωνικό, απ’ τις κοινωνικές συμβατικότητες. Γι’ αυτό οι Γάλλοι, σαν λατινικός λαός, που δίνει απόλυτη αξία σ’ αυτές τις συμβατικότητες, θεωρεί κωμικές τις μορφές εκείνες, που οι Γερμανοί θα τις θεωρούσαν μάλλον τραγικές.

Έτσι έβλεπε λόγου χάρη ο Γκαίτεiii τον Μισάνθρωπο” του Μολιέρου, που κατά πάσα πιθανότητα το γαλλικό κοινό, τον θεωρούσε σαν έναν, εκτός τόπου και χρόνου, παράξενο τύπο. Πρέπει όμως να μην ξεχνάμε πως αυτό το κωμικό δεν έχει καμιά σχέση με τον λαϊκό χλευασμό. Για την υψηλή κωμωδία, αρκεί μια μικρή απόκλιση απ’ την κοσμικότητα και την κοινή κοσμοθεώρηση, για να προκαλέσει την ιλαρότητα. Ακόμη και οι φάρσες του Μολιέρου, αποφεύγουν καθετί το χοντροκομμένο. Και μερικές είναι γραμμένες σε αλεξανδρινούς στίχους, ενώ γενικά χρησιμοποιεί την πρόζα γι’ αυτές.

Η απόδοση των ανθρώπινων τύπων στον Μολιέρο, νίκησε το χρόνο. Κι αυτό δείχνει πως η αιωνιότητα ενός καλλιτεχνικού έργου δεν εξαρτάται κατά πρώτο λόγο από το ιδεολογικό του περιεχόμενο αλλά από τη ζωή και την ψυχή που ο συγγραφέας χαρίζει στους ήρωές του. Στην εποχή του Μολιέρου, όμως, τα έργα του προκαλούσαν κοινωνικό σκάνδαλο, γιατί η εισβολή αυτής της ασυγκράτητης, αν και καλλιτεχνικής φυσικότητας, εθεωρείτο σαν κάτι το επαναστατικό, σαν μια μεροληπτική προσβολή εναντίον της κοινωνίας. Γι’ αυτό και πολλά από τα έργα του προκάλεσαν τη ζωηρή αντίδραση λογοτεχνικών κύκλων και το άσπονδο μίσος των κληρικών.

Ο κόσμος υποψιαζόταν το γούστο και την ηθική του Μολιέρου, μιας κι ο ίδιος ήταν ηθοποιός. Επίσης τον κατηγορούσαν, γιατί είχε δανεισθεί τα θέματά του από Ρωμαίους, Ιταλούς και Ισπανούς κωμωδιογράφους, μη διστάζοντας μάλιστα να δανείζεται και φράσεις ολόκληρες από έργα συγχρόνων του. Αυτή όμως, η ασύδοτη στάση έναντι των πνευματικών δικαιωμάτων, ήταν τότε συνηθισμένη, αν κι ο Μολιέρος το παράκανε… Σήμερα κι αυτό το “ελάττωμα” δεν έχει πια σημασία: παντού στη δραματική τέχνη υπάρχουν δανεισμοί και παραλληλισμοί.

Ο Ιταλός ποιητής Γκότσιiv ισχυρίζεται πως ανακάλυψε ότι βασικά σ’ ένα δράμα μπορούν να υπάρχουν μονάχα 36 πλοκές, κι ο Σίλερv θεωρούσε αυτόν τον αριθμό σαν υπερβολικό. Το σημαντικό είναι πώς χειρίζεται ο συγγραφέας την πλοκή του.

Ασυναίσθητα, πολλοί σύγχρονοι του Μολιέρου φαίνεται πως υποψιάστηκαν ότι παρεξέκλινε από τις χριστιανικές αντιλήψεις της εποχής του.

Ο Σεντ-Μπεβvi χαρακτηρίζει εύστοχα τον Μολιέρο, υπογραμμίζοντας την ελευθερία του πνεύματός του, σε σύγκριση με τον χριστιανισμό του Μπαρόκ του 17ου αιώνα:

Ο Μολιέρος παίρνει άλλη στάση. Όσο κι αν το πρόσωπο και το έργο του εντάσσονται στον αιώνα του Μεγάλου Λουδοβίκου και είναι δημιούργημά του, ωστόσο υπερβαίνουν τα όριά του προς όλες τις κατευθύνσεις. Ο Μολιέρος ανήκει σ’ έναν ευρύτερο, παγκοσμιότερο πνευματικό κύκλο. Όχι πως ήταν ελευθερόφρων. Παρ’ όλη τη μετάφραση του Λουκρήτιου, τον Γκασεντισμό του, ο Μολιέρος ήταν βασικά ένας άνθρωπος με θρησκευτικότητα που εναρμονιζόταν με την εποχή του. Υπογραμμίζω, όμως, πως αυτό που τον ξεχωρίζει από τους συγχρόνους του, ήταν πως παρίστανε την ανθρώπινη φύση, αυτή καθαυτή, στην αιώνια γενικότητά της, σάμπως να μην υπήρξε ποτέ Χριστός, πράγμα που του ήταν βέβαια εύκολο γιατί απεικονίζει κυρίως τη μισητή πλευρά του ανθρώπινου χαρακτήρα. Στο τραγικό θα του ήταν δυσκολότερο να παραβλέψει τον Χριστό.

Ο Μολιέρος χωρίζει την ανθρωπότητα από τον Χριστό, ή μάλλον απεικονίζει μόνο τους ανθρώπους χωρίς να σκέπτεται τίποτε άλλο κι έτσι ξεφεύγει από τον αιώνα του. Ο άνθρωπος αυτός ήξερε τις αδυναμίες και δεν απορούσε. Έκανε το καλό πρακτικά, χωρίς να πιστεύει θεωρητικά σ’ αυτό και η φλογερή του απογοήτευση κατέληγε στο γέλιο. Έβλεπε τους ανθρώπους σαν αδιόρθωτα παιδιά που πρέπει να τα ανέχεσαι γιατί σε διασκεδάζουν. Όλα αυτά τα λέω για να αποδείξω πως ο Μολιέρος, ο Θερβάντες και τρεις-τέσσερις άλλοι, είναι ζωγράφοι της ανθρώπινης φύσης, που αδιαφορούν για τα δόγματα και τις ερμηνείες. Βάζοντάς τα με την κοινωνία της εποχής του, μαστίγωσε τα ήθη μιας ορισμένης εποχής χωρίς ν’ αντιλαμβάνεται πως έγραφε για όλους τους ανθρώπους”.

Το αποκορύφωμα της υψηλής κωμωδίας χαρακτήρων είναι ο “Ταρτούφος” κι ο “Μισάνθρωπος” του Μολιέρου, καθώς και το εξαιρετικά επιτυχημένο από άποψη ύφους “Σοφές Γυναίκες”. Εξωτερικές περιστάσεις (συνήθως η απαίτηση της Αυλής για μια γρήγορη εργασία) ήταν η αιτία που ο Μολιέρος σε μερικά αριστουργήματά του χρησιμοποίησε τον πεζό λόγο. Σ’ αυτή την κατηγορία ανήκουν ο “Ζορζ Νταντέν”, ο “Φιλάργυρος”, ο “Αρχοντοχωριάτης” κι ο “Κατά φαντασίαν ασθενής”. Για το σύγχρονο γούστο ιδιαίτερη επιτυχία αποτελεί ο “Αμφιτρύων”. Γιατί, η απομίμηση αυτή του Πλαύτουvii αποτελεί το άπαν της ελαφράς απόλυτης κωμωδίας, που χαρακτηρίζεται για την ιλαρή εκείνη désinvolture – μια λέξη που μπορεί ν’ αποδοθεί σαν “ισόθεη ανωτερότητα”, σαν “αφέλεια της ισχύος” – που χαρακτηρίζει επίσης πολλά πρώιμα δράματά του και πολλές φάρσες, με την αθάνατη μορφή του υπηρέτη Σγαναρέλου, όπως και μερικά λιμπρέτα μπαλέτων.

Θ’ αναφέρουμε εδώ και μερικές άλλες κρίσεις του Σεντ-Μπεβ, που θα μας δείξουν τη βαθιά σχέση του Μολιέρου με την εποχή μας:

Έχουν εκθειάσει τόσο πολύ τον Μολιέρο σαν ηθογράφο, ώστε θα περιοριστώ εδώ να περιγράψω μια παραγνωρισμένη του πλευρά. Ο Μολιέρος ώς το θάνατό του, ανέπτυξε μέχρι τελειότητας την ποίηση του κωμικού. Η πρόοδος στην ηθική παρατήρηση κι αυτό που ονομάζεται υψηλό κωμικό στοιχείο είναι τόσο προφανής ώστε δεν θα τη σχολιάσω. Θα σημειώσω μόνο ότι παράλληλα προς αυτή την εξέλιξη συντελείται μια ωρίμανση της παρατηρητικότητας μέσα στα πλαίσια ενός πλούσιου, ανεξάντλητου οίστρου. Ακόμα και η δηκτική ειρωνεία έχει το λυρισμό της. Το αστραφτερό, αδιάφορο για την πραγματικότητα γέλιο του, μοιάζει με μια φλόγα που εξακολουθεί να χοροπηδάει όταν πια η καύση έχει τελειώσει. Είναι ένα γέλιο θεών, ασυγκράτητο κι άσβεστο. Απ’ τη γνήσια και στην αρχή τραχιά φάρσα, ανυψώνεται κανείς, μέσω της σοβαράς παρατήρησης, στο αποκορύφωμα του μεγαλόπρεπου γέλιου, στο σαμπά του εκτραχηλισμού…” (Erwin Laaths, Παγκόσμιος Ιστορία της λογοτεχνίας, μετάφραση Σ. Πρωτοπαπά. Εκδ. Αρσενίδη 1963).

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

iΟ Πιερ Γκασεντί (Pierre Gassendi) (22 Ιανουαρίου 1592 – 24 Οκτωβρίου 1655) ήταν Γάλλος φιλόσοφος, ιερέας, επιστήμονας, αστρονόμος και μαθηματικός. Με μια εκκλησιαστική θέση στη νοτιοανατολική Γαλλία, πέρασε επίσης πολύ χρόνο στο Παρίσι, όπου ήταν ο ηγέτης μιας ομάδας ελεύθερα σκεπτόμενων διανοούμενων. Ήταν επίσης ενεργός παρατηρησιακός επιστήμονας και δημοσίευσε τις πρώτες πληροφορίες για τη διέλευση του Ερμή το 1631. Ο σεληνιακός κρατήρας Γκασεντί έχει ονομαστεί προς τιμή του.

iiΟ Τίτος Λουκρήτιος Κάρος (λατινικά: Titus Lucretius Carus, 94 π.Χ. – 15 Οκτωβρίου 55 π.Χ.) ήταν Ρωμαίος ποιητής και φιλόσοφος. Το μόνο γνωστό του έργο είναι το εκτενές φιλοσοφικό ποίημα De rerum natura (“Περί της φύσεως των πραγμάτων”), 7.415 στίχων με επικούρεια θεματολογία. Παρότι η άνθιση του λατινικού εξάμετρου συνήθως αποδίδεται στον Βιργίλιο, είναι αναμφισβήτητη η επίδραση του De Rerum Natura στον τελευταίο και σε άλλους, μεταγενέστερους ποιητές. Είναι επίσης σημαντικό για το ρόλο που έπαιξε στη μετάδοση των ελληνικών φιλοσοφικών ιδεών και στην εκλέπτυνση της λατινικής γλώσσας.

iiiΟ Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε (Johann Wolfgang von Goethe, Φρανκφούρτη, 28 Αυγούστου 1749 – Βαϊμάρη, 22 Μαρτίου 1832) ήταν παγκοσμίου αναστήματος Γερμανός ποιητής, μυθιστοριογράφος, δραματουργός, θεωρητικός της Τέχνης και φυσιοδίφης.

ivΟ Κάρλο Γκότσι (conte Carlo Gozzi, 1720-1806) ήταν Ιταλός θεατρικός συγγραφέας από την Βενετία. Ήταν το πιο διακεκριμένο μέλος της φιλολογικής εταιρείας Γκρανελέσκι, που κήρυττε την χρήση της τοσκανικής διαλέκτου αντί της ενετικής. Αυτό ήταν το πρώτο πεδίο σύγκρουσής του με τον Κάρλο Γκολντόνι και τους άλλους Ενετούς θεατρικούς συγγραφείς που έγραφαν στα Βενετσιάνικα. Το δεύτερο και αιματηρότερο πεδίο ήταν η μορφή της κωμωδίας. Ο Γκότσι ήταν υπέρμαχος της Commedia dell’arte, του αυτοσχεδιασμού δηλαδή των ηθοποιών πάνω σ’ ένα σκελετό υπόθεσης και χαρακτήρων που φορούσαν μάσκες.

vΟ Φρίντριχ Σίλερ (Friedrich Schiller, Μάρμπαχ, 10 Νοεμβρίου 1759 – Βαϊμάρη, 9 Μαΐου 1805) ήταν Γερμανός θεατρικός συγγραφέας, ποιητής και ιστορικός. Γεννήθηκε στην πόλη Μάρμπαχ (Marbach) της Βάδης-Βιρτεμβέργης το 1759. Είναι ο πρώτος μεγάλος εκπρόσωπος του ρομαντικού κινήματος.

viΣεντ – Μπεβ, Σαρλ – Ογκιστέν ντε- (Sainte – Beuve). Γάλλος συγγραφέας και κριτικός (1804 – Παρίσι 1869). Προσχώρησε στο ρομαντικό κίνημα, συνεργαζόμενος στη φιλελεύθερη εφημερίδα Globe και συνδέθηκε με τον Ουγκό με φιλία που επρόκειτο να είναι ταραχώδης. Το 1828 έκδωσε τον Ιστορικό και κριτικό πίνακα της γαλλικής ποίησης και του θεάτρου του 16ου αιώνα, τολμηρή, για τον καιρό της, αξιολόγηση των πριν από τον κλασικισμό λογοτεχνικών περιόδων. Στο μεταξύ άρχισε την έκδοση των ποιητικών του συλλογών: Ζωή, ποιήματα και σκέψεις του Zoζέφ Ντελόρμ (1829), Οι παρηγοριές (1830), Οι αυγουστιάτικες σκέψεις (1837), Το βιβλίο της αγάπης, (περιορισμένη έκδοση 1843, κοινή έκδοση 1904).

viiΟ Τίτος Μάκκιος Πλαύτος (Titus Maccius Plautus, περ. 254-184 π.Χ.) ήταν Λατίνος κωμωδιογράφος. Γεννήθηκε στο χωριό Σαρσίνα της Ομβρικής και πήγε στη Ρώμη όπου έγινε εργάτης θεάτρου. Ασχολήθηκε μετά με το εμπόριο, έχασε τα χρήματά του κι αναγκάστηκε να εργαστεί σ’ ένα φούρνο. Στον ελεύθερο χρόνο του έγραψε τρεις κωμωδίες που είχαν μεγάλη επιτυχία και έκτοτε αφοσιώθηκε στην συγγραφή κωμωδιών. Πέθανε δοξασμένος στην Ρώμη το 184 π.Χ. Ο Πλαύτος ασχολήθηκε αποκλειστικά με το είδος Fabula Palliata, με τη λατινική διασκευή δηλαδή ελληνικών έργων. Τα θέματά του είναι παρμένα από την Νέα Κωμωδία, κυρίως από τον Μένανδρο και τον Φιλήμονα.


Μοιράσου το!
ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΔΡΩΜΕΝΑ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΙΣΩΣ ΣΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ