Michael Billington: Παιχνίδια εξουσίας

Michael Billington: Παιχνίδια εξουσίας

Μοιράσου το!

Το έργο που λειτούργησε σαν καταπέλτης, έστειλε τον Πίντερ στην ξελογιάστρα εμπορική επιτυχία και τον έκανε διάσημο σε ολόκληρη τη χώρα ήταν, βέβαια, Ο Επιστάτης. Παίχτηκε πρώτη φορά στο Arts Theatre του Λονδίνου, στις 27 Απριλίου 1960 και μεταφέρθηκε στο Duchess ένα μήνα αργότερα, όπου έκανε συνολικά 444 παραστάσεις. Όμως το έργο βίωσε μια μετέπειτα ζωή που έκανε τον περιπλανώμενο Ντέηβις, τον βασανισμένο Άστον και τον ατσίδα, πολυμήχανο Μικ, σχεδόν μυθικές μορφές. Ανέβηκε σχεδόν σε όλες τις θεατρικές πρωτεύουσες του κόσμου, αναβιώνει συχνά στο Λονδίνο, έχει κινηματογραφηθεί, παρουσιασθεί τηλεοπτικά και υποβληθεί σε κάθε πιθανή ερμηνεία.

Έχει αποδοθεί από μαύρους ηθοποιούς στο Εθνικό Θέατρο της Βρετανίας και από γυναικείο θίασο στο Sherman Theatre στο Κάρντιφ. Το έχω δει να παίζεται μέχρι και στο Εθνικό Θέατρο της Κραϊόβα στη Ρουμανία σαν κομμάτι γυμνού θρησκευτικού συμβολισμού με έναν Άστον / Χριστό να πλένει στην αρχή τα πόδια του Ντέηβις υπό τους ήχους της Λειτουργίας του Μπαχ σε B Minor. Κι όμως, το πιο οικουμενικό έργο του Πίντερ έχει τις ρίζες του στις συγκεκριμένες συνθήκες ζωής στο σπίτι του, στο 373 Τσίζικ Χάι Ρόουντ. Δεν είναι μια άμεση περιγραφή κάποιας εμπειρίας αλλά οι τρεις του ήρωες είχαν όλοι βασιστεί σε χαρακτήρες από τη ζωή, και το έργο ξεκίνησε από μια εικόνα-σταθμό – άλλη μια απόδειξη, όπως και στο Πάρτι Γενεθλίων και στο Θερμοκήπιο, της ικανότητας του Πίντερ να βλέπει τη δραματουργική σημασία που υποβόσκει μέσα σε στιγμές που ο ίδιος μπορούσε και απομόνωνε.

Ο Πίντερ δεν έχει ποτέ μιλήσει με λεπτομέρειες για τις ρίζες του έργου μέχρι τώρα, κυρίως επειδή έδιναν αφορμές για έντονες συγκρούσεις μεταξύ εκείνου και της Βίβιαν. “Μέναμε”, εξηγεί, “σε ένα διαμέρισμα του πρώτου ορόφου στο Τσίζικ: πολύ καθαρό, με δυο δωμάτια, μπάνιο και κουζίνα. Το σπίτι ανήκε σε κάποιον που τον έβλεπα σπάνια, ήταν χτίστης όπως ο Μικ και είχε δικό του φορτηγάκι. Η μόνη εικόνα που έχω απ’ αυτόν είναι αυτή η φιγούρα που ανέβαινε και κατέβαινε γοργά τις σκάλες και ένα φορτηγάκι που φεύγει… Βρουμ… καθώς έφτανε κι έφευγε. Ο αδελφός του έμενε στο σπίτι. Ήταν μάστορας… τα κατάφερνε κάπως πιο καλά από τον Άστον, αλλά ήταν πολύ εσωστρεφής, πολύ μυστικοπαθής, είχε κάνει σε ψυχιατρική κλινική κάποια χρόνια πριν, είχε κάνει κάποιο είδος ηλεκτροθεραπείας κ.λπ. … νομίζω… Τέλος πάντων, έφερε κάποιον αλήτη στο σπίτι μια νύχτα. Τον λέω αλήτη, αλλά ήταν απλά ένας άστεγος γέρος που έμεινε μαζί τους τρεις-τέσσερις εβδομάδες. Όταν συναντούσα τον αλήτη στις σκάλες πού και πού, λέγαμε μόνο τα απαραίτητα… Εκεί συναντιόμασταν μόνο. Ποτέ δεν τον κάλεσα μέσα για τσάι, αλλά περιστασιακά τον έπιανε το μάτι μου στο δωμάτιο του άλλου τύπου… Δεν ήτανε καθόλου ομιλητικός όπως ο Ντέηβις αλλά να… δεν φαινόταν και πολύ ικανοποιημένος από τη ζωή του… Η εικόνα που μου εντυπώθηκε για καιρό, ήταν αυτή με την ανοιχτή πόρτα προς το δωμάτιο, τους δυο άντρες να στέκονται σε διαφορετικά μέρη του δωματίου και να κάνουν άλλα πράγματα… Ο αλήτης να τριγυρνάει με μια τσάντα και ο άλλος να κοιτάζει έξω απ’ το παράθυρο και απλώς να μη μιλάει… Αυτή η στιγμή σαν να πάγωσε στον χρόνο αφήνοντάς μου μια πολύ δυνατή εντύπωση”.

Από κείνη την αξέχαστη στιγμή γεννήθηκε ένα από τα πιο δυνατά μεταπολεμικά έργα. Καθώς μιλάει ο Πίντερ, αυτό που γίνεται σαφές είναι η διαισθητική του συμπόνια προς τα αρχέτυπα του Άστον και του Ντέηβις. Ο Μικ πάντως, όπως λέει κι ο ίδιος, ήταν ο πιο κατασκευασμένος χαρακτήρας από τους τρεις. Για τον αλήτη όμως, έτρεφε κι κάποια “συναδελφικά” συναισθήματα. “Αφού τον είχανε πετάξει έξω από το σπίτι”, λέει ο Πίντερ, “τον συνάντησα μια μέρα στη μικρή πλατεία του Τσίζικ. Πιάσαμε κουβέντα και τον ρώτησα πώς πήγαινε. Δεν ανέφερα τίποτα για το έργο που είχα γράψει μέχρι τότε, επειδή δεν θα ήξερε τι πάει να πει έργο… Θα ’θελα να πω εδώ ότι η ζωή μου τότε ήταν το γράψιμο στην παλιά μου γραφομηχανή –με τον Ντάνιελ να σέρνεται κάτω απ’ τα πόδια μου–, η βόλτα στο γραφείο εύρεσης εργασίας και για καμιά μπίρα στο παμπ “Ρόμπιν Χουντ” και “Λιτλ Τζον” παρακάτω. Πολύ ξεφτισμένη ζωή, πολύ… Δεν είχα καθόλου δουλειά. Γι’ αυτό ίσως ένιωθα, κατά κάποιον τρόπο, κοντά στον κόσμο αυτού του αλήτη”.

Ο Πίντερ μιλά έτσι, γιατί το φθινόπωρο του 1959, όσο έγραφε τον Επιστάτη, ήταν εξαιρετικά φτωχός και ένιωθε μια φυσική συμπόνια για τους αλήτες. Το έργο του Ασήμαντος πόνος είχε ήδη παρουσιασθεί στο Τρίτο πρόγραμμα και ευτυχώς είχε αρχίσει να παίρνει τακτικά ποσοστά από τις ραδιοφωνικές τακτικές αναμεταδόσεις. Τριγυρνούσε συχνά στο Λονδίνο κάνοντας σκασιαρχείο από τη Βασιλική Δραματική Σχολή, αλλάζοντας συχνά άσχετα επαγγέλματα. Στο αυτοβιογραφικό του δοκίμιο Η βασίλισσα όλων των νεράιδων, περιγράφει πώς αυτός και τα φιλαράκια του από το Χάκνεϊ έπιαναν συχνά φιλίες με άστεγους.

Όταν κάναμε τις βόλτες μας συναντούσαμε συχνά έναν ωραίο γερο-αλήτη που λεγόταν Τσάρλι. Κοιμόταν σε ένα μαγαζί που παστώνανε ψάρια στο Ολντγκέιτ και τριγυρνούσε άσκοπα όλη μέρα. Τα ’χε λίγο χαμένα, αδυνατισμένος από τις κακουχίες. Φαίνεται ότι είχε βρει καταφύγιο στο Χάκνεϊ κι εμείς τον βοηθούσαμε συχνά. Ήταν το λιγότερο που μπορούσαμε να κάνουμε για να ανταποδώσουμε την ευγένεια και χάρη που έφερνε στην περιοχή.”

Δεν υπάρχει “ευγένεια και χάρη” στον Ντέηβις, αλλά οπωσδήποτε, το απόσπασμα εκείνο δείχνει ότι δεν υπάρχει κάτι ψεύτικο στη γοητεία που έβρισκε ο Πίντερ στους αλήτες.

Ακόμα πιο σημαντική είναι η στοργή του Πίντερ για το αρχέτυπο του Άστον, του οποίου το πραγματικό όνομα είναι Ώστιν, σύμφωνα με τον ηθοποιό Κέννεθ Κράναμ. “Θυμάμαι”, λέει ο Πίντερ,, “ότι κατόρθωσα να βρω μια δουλειά κάπου έξω από το Λονδίνο και έπρεπε να λείψω για έναν μήνα. Όταν γύρισα στο σπίτι, ο τύπος-Άστον με βρήκε στις σκάλες και είπε; ‘Σου έχω μια έκπληξη’. Μου έδειξε έναν καινούργιο τηλεφωνικό κατάλογο που είχε φτάσει και έλεγε ‘Χ. Πίντερ, σεναριογράφος’. Του είχα πει κάποτε ότι σαν ηθοποιοί θα ωφελούμασταν πολύ, και η Βίβιαν και εγώ, αν είχαμε τηλέφωνο –ακόμα κι αν δεν υπήρχε μεγάλη περίπτωση να μας πάρει κανείς– κι έτσι είχε εγκαταστήσει ένα κοινόχρηστο τηλέφωνο στη σκάλα, ειδικά για μας. Το είχε κάνε μόνο επειδή ήξερε πως ασχολιόμουν και με το γράψιμο. Και είχε μεγάλο καμάρι γι’ αυτό… Θα σας πω γιατί δεν έχω ξαναμιλήσει ποτέ γι’ αυτό, επειδή η Βίβιαν πάντα συγχυζόταν βαθιά που είχα γράψει έργο γι’ αυτόν τον τύπο, τον Άστον. Ένιωθε πως κατά κάποιον τρόπο τον είχα προδώσει. Αλλά εγώ δεν το καταλάβαινα αυτό. Έλεγα: ‘Πώς τον έχω προδώσει επειδή είμαι με το μέρος του; Τον συμπαθώ πάρα πολύ. Νιώθω πολύ κοντά του’. Αλλά εκείνη ήταν ανένδοτη, αν αυτή είναι η σωστή λέξη, και ποτέ δεν το κατάλαβε. Κι έτσι ποτέ δεν το συζήτησα δημόσια και ποτέ δεν ανέφερα την πηγή του έργου. Δεν ήθελα να διογκώσω το πρόβλημα και να την αναστατώσω ακόμα πιο πολύ…”

Ο Γκάυ Βέσεν, που ήταν φίλος της Βίβιαν μια ζωή, επιβεβαιώνει ότι “πάντα σιχαινόταν τον Επιστάτη”: τραγική ειρωνεία, μια και αυτό ήταν το έργο που έδωσε και σ΄αυτήν και στον Πίντερ την πολυπόθητη οικονομική εξασφάλιση, μπορεί όμως κανείς να της το συγχωρήσει, αν σκεφθεί ότι της θύμιζε διαρκώς την ανάγκη του καλλιττέχνη να λαφυραγωγεί προσωπικές εμπειρίες, συμπεριλαμβανομένων και των δικών της. Ήταν και πηγή υλικής άνεσης και πηγή γαμήλιων συγκρούσεων, με την έννοια ότι μοιραία έφερε την εξάρτησή της από τον διάσημο πλέον σύζυγό της. Αλλά η διήγηση του Πίντερ για την προέλευση του έργου είναι αποκαλυπτική με διάφορους τρόπους. Πρώτον, δείχνει ότι ήταν πολύ πιο κοντά στην πραγματικότητα από οτιδήποτε είχε γράψει μέχρι τότε: άποψη που επιβεβαίωνε ο Ντόναλντ Πλέζανς, ο πρώτος, αξέχαστος Ντέηβις. “Συνήθως πήγαινα τον Χάρολντ σπίτι με το αυτοκίνητο μετά τις πρόβες”, μου έλεγε, “στο διαμέρισμά του στην Τσίζικ Χάι Ρόουντ όπου, στην πραγματικότητα συμβαίνουν όλα. Μια βραδιά, καθώς σταμάτησα έξω από το σπίτι, ξαφνικά θυμήθηκα ότι είχα ξαναβρεθεί εκεί. Είχα βγάλει μια φωτογραφία σε έναν Ινδό φωτογράφο που είχε μια πολύ όμορφη γυναίκα. Ξαφνικά, συνειδητοποίησα ότι αυτοί ήταν οι ‘μαύροι’ για τους οποίους μουρμούριζε ο Ντέηβις και που έμεναν μεσοτοιχία με τον πραγματικό πρωτότυπο χαρακτήρα’.

Η αφήγηση του Πίντερ για τη γένεση του έργου επίσης βοηθάει να εξηγηθεί το μυστήριο της δημιουργικής διαδικασίας που ακολουθεί. Αρχίζει με μια εικόνα, μια τύπου Προυστ ανάμνηση μιας στιγμής όπου ο χρόνος πάγωσε, αλλά επιτρέπει στην εικόνα να εξελίσσεται σταδιακά και τη μεταμορφώνει σε κάτι που επιβεβαιώνει τις δικές του μόνιμες εμμονές. Καταλαβαίνει κανείς γιατί ο Πίντερ πάντοτε αντιστέκεται στις αλληγορικές ερμηνείες του έργου αυτού, λέγοντας απλά ότι ασχολείται με μια “ειδική κατάσταση που αφορά τρεις ανθρώπους ειδικά”. Αλλά κάθε έργο, αν έχει καθόλου ποιότητα, πάει πιο μακριά από την πρώτη παρόρμηση που το δημιούργησε. Ο Γκαίτε είπε κάποτε για το θέατρο: “Ένα έργο πρέπει να είναι συμβολικό, δηλαδή κάθε μέρος της δράσης πρέπει να έχει τη δική του σημασία και να δείχνει και κάτι ακόμα πιο σημαντικό σε δεύτερη ανάγνωση. Ο Ταρτούφος του Μολιέρου είναι πολύ καλό παράδειγμα”. Το ίδιο και ο Επιστάτης. Είναι ένα έργο με τρεις ρόλους σε ένα δωμάτιο που μπορεί να γίνει προσωρινό ιερό καταφύγιο από τον έξω κόσμο. Αλλά είναι κι ένα έργο σχετικά με την οικιακή φύση της επιβολής και με τις ολοένα μεταβαλλόμενες συμμαχίες που αποτελούν την τακτική επιβίωσής μας: σχετικό με τα οράματα και τις προστατευτικές ψευδαισθήσεις που μας βοηθάνε από τη μια μέρα στην άλλη: και σχετικό με τον τρόπο που χειριζόμαστε τη γλώσσα σαν όπλο επιβολής, αποφυγής ή τακτικής διαπραγμάτευσης. Προφανώς, φέρνουμε σε κάθε έργο τέχνης τη δική μας προκατάληψη και δεν θα επιδίωκα να εξαιρέσω άλλων ανθρώπων τις θρησκευτικές, μεταφυσικές ή φροϋδικές ερμηνείες.

Όμως, Ο Επιστάτης για μένα είναι πάνω απ’ όλα ένα έργο που τελικά καταστρέφει τις ψεύτικες διακρίσεις που κάνει ο κόσμος μεταξύ του ιδιωτικού και του δημόσιου Πίντερ: είναι ταυτόχρονα ένα ιδιαίτερα οικιακό έργο σχετικό με την αμείωτη δύναμη των αδελφικών δεσμών όταν αντιμετωπίζουν εισβολείς, και όπως είπε με εξαιρετικά λόγια ο Τζον Γκρος, “ένα βαθιά πολιτικό έργο που απεικονίζει τη ζωή σαν μια ατέρμονη δοκιμασία”. Τελικά, οι δυο ιδέες γίνονται αχώριστες. […]

Το πιο ριζοσπαστικό στοιχείο του έργου, όμως, είναι η δραματουργική γλώσσα του Πίντερ. Δεν είναι κάτι που μπορούμε να το διαχωρίσουμε από τους χαρακτήρες ή τις καταστάσεις σαν να ήταν ένα απλό χαρακτηριστικό αριστοτεχνίας ή φιγουρατζίδικο λεκτικό τέχνασμα. Ακόμα και οι πιο χαρακτηριστικοί μονόλογοι –η διήγηση του Ντέηβις για το προσκύνημά του στο Λούτον για να βρει παπούτσια, η οδυνηρή ανάμνηση του εγκλεισμού του Άστον, η λεπτομερής περιγραφή του Μικ για το διαμερισματάκι τύπου Κόνραν (πολύ μοδάτος διακοσμητής/στυλίστας)– έχουν διαφορετικό ρυθμό και τόνο που αντικατοπτρίζουν τις διαδικασίες σκέψης του ομιλητή και τη δραματουργική κατάσταση. Αλλά πολύ περισσότερο από τα προηγούμενα έργα του, ο Πίντερ δείχνει πως η γλώσσα είναι στοιχείο που συμμετέχει σαν όπλο σε μάχη: ένα πιθανό όπλο επιβολής, μια θέση άμυνας για να εξασφαλίσει κανείς τη δική του θέση, μια πηγή αποφυγής για να κρυφτεί η αλήθεια. Ο Ίψεν είπε “το να είσαι ποιητης σημαίνει να μπορείς να δεις”. Αυτό που βλέπει ο Πίντερ είναι ότι η γλώσσα που χρησιμοποιούμε δεν είναι καθόλου αθώα και χωρίς απώτερες επιδιώξεις, ότι είναι μια ατελείωτη διαπραγμάτευση για κάποια πλεονεκτήματα ή πηγή συναισθηματικού καμουφλάζ. Καμιά σχέση με “αποτυχία επικοινωνίας”, την εξουθενωμένη φράση των κριτικών της περιόδου. Καθώς ο ίδιος ο Πίντερ είπε σε μια συνέντευξή του στο BBC στον Κέννεθ Τάιναν το 1960: “Αισθάνομαι ότι αντί για ανικανότητα επικοινωνίας, υπάρχει μια σκόπιμη αποφυγή επικοινωνίας. Η επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων είναι τόσο τρομακτική ώστε αντί να κάνουν κάτι τέτοιο, έχουν μια συνεχή ‘παρά λίγο’ επικοινωνία, μια συνεχή κουβέντα για άλλα πράγματα αντί για όσα υπάρχουν στις ρίζες των σχέσεών τους”.

  • Michael Billington, Η ζωή και το έργο του Χάρολντ Πίντερ. Faber and Faber, 1996

Μετάφραση: ΧΑΡΙΝΑ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗ- EASTY

___________________________________________

  • Πρώτη δημοσίευση: Έντυπο πρόγραμμα. Χάρολντ Πίντερ | Ο Επιστάτης. Μετάφραση: Κώστας Σταματίου. Σκηνοθεσία: Αντώνης Αντύπας. Διανομή: Χάρης Φραγκούλης (Μικ), Λαέρτης Βασιλείου (Άστον), Δημήτρης Καταλειφός (Ντέηβις). Απλό Θέατρο. Καλλιτεχνικός Οργανισμός Φάσμα, Νέα Σκηνή. Θεατρική περίοδος: 2010-2011.
The following two tabs change content below.

ΜΑΪΚΛ ΜΠΙΛΙΝΓΚΤΟΝ

Ο Μάικλ Μπίλινγκτον (Michael Billington, γεννημένος στις 16 Νοεμβρίου 1939) είναι Βρετανός συγγραφέας και κριτικός θεάτρου. Ήταν ο επικεφαλής κριτικός της εφημερίδας The Guardian από το 1971 έως το 2019. Ο Μπιλίνγκτον είναι ο κριτικός θεάτρου με τη μεγαλύτερη θητεία στη Βρετανία και συγγραφέας βιογραφικών και κριτικών μελετών σχετικά με το βρετανικό θέατρο και τις τέχνες. Είναι ο βιογράφος του θεατρικού συγγραφέα Harold Pinter (1930–2008). Βιβλία: • The Modern Actor. London: Hamilton, 1973. ISBN 978-0-241-02094-4. • How Tickled I Am: A Celebration of Ken Dodd. London: Elm Tree Books, 1977. ISBN 978-0-241-89345-6. • Alan Ayckbourn. London: Macmillan, 1984. ISBN 978-0-394-53856-3. Rev. ed. 1990. ISBN 978-0-394-62051-0. • Stoppard: The Playwright. London: Methuen, 1987. ISBN 978-0-413-45850-6. ISBN 978-0-413-45860-5. • Peggy Ashcroft. London: John Murray, 1988. ISBN 978-0-7195-4436-1. • Approaches to Twelfth Night. London: Nick Hern Books, 1990. ISBN 978-1-85459-007-7. (Editor.) • One Night Stands: A Critic's View of British Theatre 1971–1991. London: Nick Hern Books, 1993. ISBN 978-1-85459-185-2. (Collection of reprinted revs.) • The Life and Work of Harold Pinter. London: Faber and Faber, 1996. ISBN 978-0-571-17103-3. 1997 [paperback] ed. ISBN 978-0-571-19065-2. (Rev. as Harold Pinter in 2007.) • Stage and Screen Lives. London: Oxford University Press, 2001. ISBN 978-0-19-860407-5. (Editor.) • Harold Pinter. London: Faber and Faber, 2007. ISBN 978-0-571-17103-3. (Rev. & updated [paperback] ed. of The Life and Work of Harold Pinter [1997].) • State of the Nation: British Theatre since 1945. London: Faber and Faber, 2007. ISBN 978-0-571-21034-3. • "The Life and Work of Harold Pinter (Magill Book Reviews)". Salem on Literature: Magill Book Reviews. eNotes.com. Web. (Book review of the 1996 ed.; later rev. & enl. as Harold Pinter [2007].)

Latest posts by ΜΑΪΚΛ ΜΠΙΛΙΝΓΚΤΟΝ (see all)


Μοιράσου το!
ΔΡΩΜΕΝΑ ΜΕΛΕΤΕΣ-ΑΡΘΡΑ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΙΣΩΣ ΣΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ