Αιμίλιος Βεάκης (1884-1951)

Αιμίλιος Βεάκης (1884-1951)

Μοιράσου το!

Ο Αιμίλιος Βεάκης (Πειραιάς, 13 Δεκεμβρίου 1884 – Αθήνα, 29 Ιουνίου 1951) υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες ηθοποιούς. Διακρίθηκε στους Βαλκανικούς πολέμους, έλαβε μέρος στην Αντίσταση κατά την Κατοχή ως μέλος του ΕΑΜ, αλλά αργότερα δέχτηκε διώξεις λόγω των αριστερών του πεποιθήσεων.

Δεν είναι εύκολο να γράψει κανείς σε λίγες μόνο γραμμές για το μεγαλείο του ηθοποιού Αιμίλιου Βεάκη, την «σπάνια και προικισμένη ιδιοφυία με όλα τα εφόδια περιεχομένου και μορφής», όπως τον χαρακτήρισε ο Άγγελος Τερζάκης, «τον μεγαλύτερο Έλληνα ηθοποιό ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες», όπως τον αποκάλεσε η Κατίνα Παξινού. Γιατί ο Αιμίλιος Βεάκης αποτελεί από μόνος του ένα από τα σπουδαιότερα κεφάλαια της ιστορίας του ελληνικού θεάτρου, που συνδυάζει τέχνη, ήθος και ποιότητα.

Γόνος καλής οικογενείας, γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Πειραιά σε συγγενικές οικογένειες, αφού έχασε τους γονείς του σε βρεφική ηλικία. Στα 16 του χρόνια πέτυχε στις εξετάσεις της δραματικής σχολής του Βασιλικού Θεάτρου, αλλά σύντομα η σχολή έκλεισε. Συνέχισε τις σπουδές του στη Σχολή Καλών Τεχνών, αλλά και αυτές τις διέκοψε, προκειμένου να παίξει σαν ηθοποιός σε θέατρα της Αθήνας. Σύντομα όμως ξεκίνησε μακροχρόνιες περιοδείες στην ελληνική επαρχία με εξαιρετικές παραστάσεις.

Με την έναρξη των Βαλκανικών πολέμων, το 1912, επιστρατεύεται και διακρίνεται για την ανδρεία του. Με την επιστροφή του το 1914 εγκαθίσταται στην Αθήνα και συνεργάζεται με την Κοτοπούλη, αργότερα με την Κυβέλη και με άλλους εκλεκτούς θιάσους, με εξαιρετικές αποδόσεις σε όλα τα είδη του θεάτρου. Το 1932 αρχίζει η συνεργασία του με το Εθνικό Θέατρο, στο οποίο έδωσε ανεπανάληπτες παραστάσεις που έγραψαν ιστορία και δημιούργησαν Σχολή. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής αλλά και μετά τα Δεκεμβριανά οργανώθηκε στο ΕΑΜ με αποτέλεσμα να ακολουθήσουν διώξεις που τον ταλαιπώρησαν. Τον Απρίλιο και τον Μάιο του 1951 έδωσε τις αποχαιρετιστήριες παραστάσεις του στο Εθνικό Θέατρο.

Στον κινηματογράφο συμμετείχε σε μερικές βουβές ταινίες. Το 1943 η Φίνος Φιλμ είχε την τιμή, στην πρώτη επίσημη ταινία της, με τίτλο «Η Φωνή της Καρδιάς», να έχει πρωταγωνιστή τον μεγάλο ηθοποιό. Το 1950, ένα χρόνο πριν αφήσει τα εγκόσμια, πρωταγωνίστησε και στην ταινία «Αρραβωνιάσματα» της Νόβακ Φιλμ.

Το ταλέντο του Βεάκη δεν εξαντλήθηκε στην υποκριτική, αφού επέδειξε πλούσιο συγγραφικό έργο με διηγήματα, θεατρικά έργα και ποιήματα. Ένα από αυτά δείχνει και τη ανθρώπινη μεγαλοσύνη του. Πρόκειται για το ποίημα αφιέρωμα στον Έλληνα δικτάτορα Μεταξά για το ΟΧΙ που αντέταξε στους Ιταλούς. Και όμως ο Βεάκης ήταν κουμουνιστής! Ο μεγαλύτερος «Σαιξπηρικός» ηθοποιός, και για πολλούς ο σημαντικότερος ηθοποιός του 20ού αιώνα, Λώρενς Ολιβιέ, καθώς παρακολουθούσε την παράσταση «Βασιλιάς Ληρ», στην οποία ο Βεάκης ερμήνευε τον ομώνυμο ρόλο, αναφώνησε στην Κατίνα Παξινού: «Αυτός είναι ο Βασιλιάς Ληρ!».

Σήμερα το σύγχρονο θερινό θέατρο του Δήμου Πειραιά φέρει το όνομα του (Βεάκειο), ενώ στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιώς υπάρχει η προτομή του. Από το 1994 το θεατρικό μουσείο απονέμει κάθε δύο χρόνια το έπαθλο «Αιμίλιος Βεάκης» για πρώτους ανδρικούς ρόλους, καθώς και το «τιμητικό έπαθλο Βεάκη» για τη συνολική προσφορά τους στο θέατρο.

________________________________________________________________________________

Αριστούλα Ελληνούδη: Αιμίλιος Βεάκης

Πηγαία μέγιστο το ταλέντο του και αδιαλείπτως εξελισσόμενο, τον κατέταξε πρώτον στη χορεία των «αθανάτων» του ελληνικού θεάτρου. Ως προπορευόμενο, μάλιστα, της εποχής του «νεωτεριστή» ηθοποιό του 20ού αιώνα.Γιος του δικηγόρου, συγγραφέα και δραματουργού Ιωάννη Βεάκη, ο Αιμίλιος γεννήθηκε στον Πειραιά (13/12/1884) και πέθανε, αιφνίδια (29/6/1951), από εγκεφαλικό.

Η δόξα του μεγάλη, αλλά γεμάτη πίκρες η ζωή του. Μικρούλης έχασε μάνα και πατέρα. Κόντρα στους κηδεμόνες συγγενείς του, το 1900 εισάγεται στη νεοσυσταθείσα «Βασιλική Δραματική Σχολή», με δάσκαλο τον Θωμά Οικονόμου. Σύντομα η σχολή κλείνει. Ο Οικονόμου τον έβγαλε «στα παλιοσάνιδα της σκηνής» (από το «Ημερολόγιό» του). Παίζει στο θίασο της Ευαγγελίας Νίκα (1900 – 1901) σε γαλλικές κωμωδίες. Επί δέκα χρόνια, σε περιοδεύοντες θιάσους, «ασκείται» με πλήθος ποικίλων ρόλων. Κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους οργανώνει παραστάσεις, επιστρατεύεται, πολεμά (1912 – 1913) και προάγεται «επ’ ανδραγαθία» (από το βιβλίο του «Πολεμικαί εντυπώσεις», 1914).

Οι ερμηνείες του τη δεκαετία του 1910 «ακόνιζαν» ανοδικά την υποκριτική, πνευματική, ιδεολογική και κοινωνική εξέλιξή του. Εξέλιξη που – καθ’ όλα – ποιούσε Ηθος.

Ο Βεάκης, με σκληρή δουλειά, μεγάλη στέρηση (τότε – όπως σήμερα – στους ηθοποιούς δεν υπήρχαν Συλλογικές Συμβάσεις και ασφάλιση, παρά μόνο τα ψίχουλα που έριχναν από το τραπέζι τους οι θιασάρχες), «με το σπαθί» του κέρδισε τα πρωτεία του.Πρώτος μεγάλος, «μυθικός» σταθμός στην πορεία του – και στην Ιστορία του ελληνικού θεάτρου – ήταν η ερμηνεία του στον «Οιδίποδα Τύραννο» (μετάφραση – σκηνοθεσία Φώτου Πολίτη, με την «Εταιρία Ελληνικού Θεάτρου», πρεμιέρα 20/5/1919).

Παραθέτουμε σπάραγμα κειμένου του Φ. Πολίτη για την ερμηνεία του Βεάκη: «Ο ρόλος του Οιδίποδος είναι ασφαλώς η μεγαλυτέρα επιτυχία του κορυφαίου των Ελλήνων ηθοποιών. Ο Βεάκης συγκλονίζει το ακροατήριον, σκορπά την φρίκην, τον τρόμον, γεννά τον οίκτον, αποσπά δάκρυα. Μετρημένος, ήσυχος, υπερήφανος, μεταπίπτει απότομα, μετά την αποκάλυψιν του τραγικού μυστικού της γεννήσεώς του (…) Ακολουθεί η πτώσις η ολοσχερής. (…) Ο Οιδίπους ωρύεται, μουγκρίζει από φυσικόν και ηθικόν πόνον». Και ο Αλκης Θρύλος («Νουμάς», 25/5/1919) για την ερμηνεία του έγραφε: «…έπαιζε πολύ νεωτεριστικά. Τον έδειξε σαν έν’ άνθρωπο (…) έπαιζε τέλεια».

Στις δεκαετίες 1920 και 1930 ενσαρκώνει δεκάδες «γιγάντιων» πρωταγωνιστικών ρόλων αρχαιοελληνικού, σαιξπηρικού, μολιερικού, κλασικού, νεότερου ευρωπαϊκού και αμερικανικού και νεοελληνικού θεάτρου. Και μόνον η καταγραφή των συγγραφέων και των έργων θα απαιτούσε πολλές σελίδες. Ο Βεάκης, με τη δύναμη, τη φυσικότητα των εύπλαστων υποκριτικών μέσων του, την πνευματικότητα, την αλήθεια και αμεσότητά του, αριστοτεχνούσε με τη δραματουργία όλων των εποχών. «Κεντούσε» ό,τι κι αν έπαιζε. Δράμα, κωμωδία, φάρσα.

Το 1930, συμπτύσσοντας θίασο με το ζεύγος Μινωτή – Παξινού, παρουσιάζει σπουδαία έργα. Από το 1931 το Εθνικό Θέατρο διευθύνει ο Φώτος Πολίτης και ο Βεάκης μεγαλουργεί, μπορώντας «να υποδυθεί τους κορυφαίους ρόλους της ειδικότητάς του και να τους πλουτίσει με το πολύχυμο ταλέντο του» (Μάριος Πλωρίτης). Το 1938 σημαδεύεται από έναν ακόμα μεγάλο ερμηνευτικό «σταθμό» του. Τη συναρπαστικού δραματικού «κάλλους» ερμηνεία του ως «Βασιλιάς Ληρ». Ερμηνεία «με ανεπανάληπτο μεγαλείο, συντριβή, οργή και απόγνωση» (Μάριος Πλωρίτης), στην οποία υποκλίθηκε ο Λόρενς Ολίβιε.

Κατοχή. Γνωστός – από τα νιάτα του – για τις αριστερές ιδέες του, ο Βεάκης παίζει τον «Οιδίποδα Τύραννο» (Ηρώδειο, 16-27/7). Στις 29/7 συλλαμβάνεται. «Χωρίς απολογία ή ανάκριση» φυλακίζεται στου Αβέρωφ «ως επικίνδυνος προπαγανδιστής». Στις 5 Αυγούστου ελευθερώνεται.

Αψηφώντας «προειδοποιητική» σύλληψη, μετά την ίδρυση του ΕΑΜ, εντάσσεται σ’ αυτό (δραστηριοποιήθηκε στην «Εθνική Αλληλεγγύη»), όπως και η δεύτερη σύζυγός του, ηθοποιός Σμαράγδα (το γένος Μπόλλα) και τα παιδιά τους Γιάννης, Μαίρη, Δημήτρης, επίσης ηθοποιοί (ο Γιάννης, μετά τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας, αναγκασμένος σε πολιτική προσφυγιά στη Ρουμανία, αναδείχθηκε σε επιφανή σκηνοθέτη του ρουμανικού Κρατικού Θεάτρου).

Ο Βεάκης διώκεται από το Εθνικό Θέατρο. Συνεργάζεται με ιδιωτικούς θιάσους. Το 1944, μεταξύ άλλων ΕΑΜιτών ηθοποιών, συλλαμβάνονται τα παιδιά του Γιάννης και Μαίρη. Με εντολή του πρωθυπουργού Ιωάννη Ράλλη, οι Γιάννης Βεάκης, Γιώργος Γληνός και Πέλλος Κατσέλης κλείνονται στα γερμανικά κρατητήρια της οδού Ελπίδος. Με αίτημα πολλών γνωστών καλλιτεχνών (μεταξύ τους και η Μαρίκα Κοτοπούλη) και οι τρεις αποφυλακίζονται στα τέλη του Μάη.

Μετά την απελευθέρωση, ο Βεάκης και τα παιδιά του συμμετέχουν ως ηθοποιοί στον ΕΑΜικό θίασο «Ελεύθεροι Καλλιτέχνες», στον οποίο, όπως και σε άλλους ΕΑΜικούς θιάσους – και πριν τον ηρωικό Δεκέμβρη του 1944 – επιτίθενται Χίτες. Ο Βεάκης τραυματίζεται. Ανακρινόμενος, δηλώνει ότι ως «δημοκράτης και ανθρωπιστής δεν μπορούσα να λείψω από την Αντίσταση στον κατακτητή».

Μετά το Δεκέμβρη του 1944, με πολλούς ΕΑΜίτες καλλιτέχνες, το ζεύγος Βεάκη, τα παιδιά του Γιάννης και Μαίρη και η οκτάχρονη κορούλα της Μαριάννα (ο Δημήτρης είχε επιστρατευτεί στην Εθνοφυλακή), ακολούθησαν την υποχώρηση του ΕΛΑΣ και έδιναν δωρεάν παραστάσεις στις περιοχές της ελεύθερης, ακόμη, Ελλάδας. Λόγω του δολοφονικού οργίου και στην ύπαιθρο, η οικογένεια επιστρέφει στην Αθήνα.

Ακολουθούν χρόνια δεινά. Η Μαίρη εξόριστη από το 1947. Ο Γιάννης στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας και μετά στην πολιτική προσφυγιά. Κι ο πατέρας «έφυγε» χωρίς να τον ξαναδεί… Για την επιβίωση της οικογένειας παίζει σε δυο-τρεις παραστάσεις. Το 1947, πικραμένος, αποσύρεται με μια σύνταξη πείνας.

Το Μάη του 1951 ερμηνεύει ραδιοφωνικά την τελευταία σκηνή του «Οιδίποδα Τύραννου» και το «Κύκνειον Ασμα» του Τσέχοφ. Επίσης Μάη, το Εθνικό Θέατρο, ως «ελεημοσύνη», τον καλεί να παίξει δυο μικρούς ρόλους (ο ένας ήταν σχεδόν βουβός) στα έργα «Δάφνη Λωρεόλα» και «Τρεις κόσμοι». Ακόμη και βουβός, ο Βεάκης «κλέβει» την παράσταση. Συνταράσσει το κοινό, αποδεικνύοντας για έσχατη φορά, προπαραμονές του θανάτου του, ότι κατείχε την τέχνη να είναι μέγιστος στους μεγάλους ρόλους αλλά και να καθιστά μέγιστους και τους ελάχιστους ρόλους.

Ριζοσπάστης, 26 Ιουνίου 2016


Μοιράσου το!
ΔΡΩΜΕΝΑ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

ΙΣΩΣ ΣΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ