Λόρκα, μια μαρτυρική φωνή…

Λόρκα, μια μαρτυρική φωνή…

Μοιράσου το!

ΟΤΑΝ το 1927 ο αΦεντερίκο Γκαρθία Λόρκα δημοσίευσε τη συλλογή “Τραγούδια”, όπου καταγράφονταν οι φόβοι και οι πόθοι ενός ολόκληρου λαού, ένας Καταλανός κριτικός ξέσπασε σε ακατάληπτες επευφημίες.Η ασυναρτησία του ενθουσιασμού δεν ήταν εκτός τόπου και χρόνου. Για τον Λόρκα ο μοντερνισμός ήταν αποστολή, αισθητική και πολιτική. Όπως δείχνει η Λέσλι Στέντον στη βιογραφία της “Λόρκα: Το όνειρο μιας ζωής”, που κυκλοφόρησε πρόσφατα (Μπλούμσμπερι, 30 στερλίνες, 568 σελ.), αυτό που ήθελε ο Ισπανός ποιητής ήταν να ανανεώσει την ποίηση της χώρας του αλλά και να ξυπνήσει τη νυσταλέα, φεουδαρχική Ισπανία.

Ο ήρωας του Τζέιμς Τζόις στο “Πορτρέτο του νέου καλλιτέχνη” καταλήγει με τα λόγια “θα σμιλέψω στο καμίνι της ψυχής την αδημιούργητη συνείδηση της φυλής μου”. Παρόμοια ήταν η αποστολή και ο ενθουσιασμός του Λόρκα και τα ολοκλήρωσε ακόμη κι αν εθνικιστές τραμπούκοι τον δολοφόνησαν το 1936, στα 38 του χρόνια.

Με τη δολοφονία του έγινε μάρτυρας. Ο μοντερνιστής στην ποίηση, την πολιτική και τα ήθη, που κατήγγειλε τον αυταρχισμό της καθολικής ανατροφής σε θεατρικά έργα όπως η “Γέρμα” και το “Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα”, χτυπήθηκε από το κράμα του “άμβωνα και του στρατώνα”, κατά την έκφραση του Μιγέλ ντε Ουναμούνο. Αν και πέθανε ευρισκόμενος σε απελπισία, περίμενε το τέλος του. Το 1918 στηλίτευσε την αστική κοινωνία γιατί δολοφόνησε τον Χριστό “που γέμισε τον κόσμο με ποίηση”. Η Ισπανία λοιδόρησε τον Δον Κιχώτη και φυλάκισε τον Θερβάντες.

Ο Λόρκα ήταν έτοιμος και για το δικό του σταυρό, όταν κοίταζε τους Εσταυρωμένους των ανώνυμων αγιογράφων στις ταπεινές εκκλησιές των χωριών της πατρίδας του.. Στην επαναστατημένη Ρωσία, ο ποιητής Μαγιακόφσκι παρουσίασε τον Χριστό σαν σοσιαλιστή, παραβλέποντας την αγωνία του και ντύνοντάς τον σαν εργάτη εργοστασίου. Στην άλλη άκρη της Ευρώπης, κι ο Λόρκα έβλεπε την επαναστατικότητα του Χριστού αλλά δεν παρέβλεπε ότι μάτωσε. Ο ποιητής, άλλωστε, για τον Λόρκα ήταν μια πληγωμένη κραυγή. Στους κήπους της Χεντραλίφτ στη Γρανάδα “ακόμη και το νερό στις κρήνες πονάει και κλαίει, γεμάτο από μικρά, άσπρα βιολιά”.

Ο Λόρκα και ο φίλος του ο Νταλί έβλεπαν τους εαυτούς τους σαν αγίους, τρυπημένους από τα καρφιά των επικριτών τους. Το πρότυπό τους ήταν ο Άγιος Σεβαστιανός, ατάραχος καθώς τον τρυπούν τα βέλη των εκτελεστών του. Η στάση του τους οδηγούσε μακριά από τους συναισθηματισμούς του 19ου αιώνα κι ενθαρρυμένοι από τη λατρεία τότε του απρόσωπου που είχε διδάξει ο Τ.Σ. Έλιοτ και από τους Γερμανούς ζωγράφους της Νέας Αντικειμενικότητας, ονόμασαν τον Άγιο Σεβαστιανό “Αγία Αντικειμενικότητα”.

Ο Νταλί, όταν άκουσε τα νέα του θανάτου τού Λόρκα, αντέδρασε φωνάζοντας “ολέ”. Εξήγησε ότι αυτή ήταν η κραυγή με την οποία το κοινό μιας ταυρομαχίας ανταμείβει τον ταυρομάχο ύστερα από μια δύσκολη κι επικίνδυνη φιγούρα.

Ο Πάμπλο Νερούδα τον θρήνησε παρομοιάζοντάς τον με τον Χριστό. Κατ’ ουσίαν, ο Λόρκα ήταν απολιτικός. Οι φαλαγγίτες, όμως, κατά τον Νερούδα, ήθελαν ένα θύμα για να το θυσιάσουν ως σύμβολο και με αυτόν τον “εκλεκτό” σφαγίασαν την “ουσία της Ισπανίας”.

Ο Νταλί επαίνεσε ένα ποίημα του Λόρκα αποκαλώντας το “πεμπτουσία της απολίθωσης”, γιατί απεικόνιζε την παρακμή της παραδοσιακής Ισπανίας, και ο Λόρκα ανταπέδωσε αποκαλώντας τον υπερρεαλισμό “το τραγούδι του σκουληκιού”. Και για τους δυο, όπως γράφει ο Πίτερ Κόνραντ στην “Observer”, ο μοντερνισμός θα μεταμόρφωνε την Ισπανία. Έπρεπε όμως να προϋπάρξει ένας θάνατος, εξού και τα νεκροφιλικά καμώματα του Λόρκα, που συχνά έπαιζε τον νεκρό.

Στο “Ποιητής στη Νέα Υόρκη, τον “φόρο” του στην πόλη που συμβόλιζε τη δολοφονική απανθρωπιά του σύγχρονου κόσμου, βλέπει το Μανχάταν σαν το αχόρταγο σφαγείο, όπου κάθε μέρα σφάζονται εκατομμύρια πάπιες, χοίροι, αγελάδες, περιστέρια, κοκόρια, για να γίνουν τα “ορεκτικά των ετοιμοθάνατων”. Το 1930 φαντάσθηκε ότι είχε αναπτύξει καρκίνο του στομάχου. “Να πεθάνεις από καρκίνο” αναφώνησε, “τι ωραία ασθένεια. Ο καρκίνος είναι όνομα των άστρων”.

Ο σύγχρονος κόσμος θα είναι καθαρός, άσπιλος. “Πλύντε και ασπρίστε το δωμάτιό μου” μήνυσε στους γονείς του πριν να επιστρέψει στη Γρανάδα από τη Μαδρίτη,το 1933. Συνήθιζε να φορά άσπρα κοστούμια, όμως η λάμψη του ήλιου πάνω στα κατάλευκα ρούχα έκρυβε μια σκιά. Ο Λόρκα τα φόραγε σαν να ήταν σάβανα.

Η νεύρωση του Λόρκα δεν περνά απαρατήρητη από τη βιογράφο, που είναι εξίσου καλή στην ποίηση και στο θέατρο. Το 1998 έκλεισαν 100 χρόνια από τη γέννηση του Λόρκα, μια υπενθύμιση ότι οι πολιτικοί, δοθείσης ευκαιρίας, καταδικάζουν τους ποιητές σε θάνατο επειδή λένε την αλήθεια.

______________________________________

  • The Observer | Η Καθημερινή, 24 Ιανουαρίου 1999

Μοιράσου το!
ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΔΡΩΜΕΝΑ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

ΙΣΩΣ ΣΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ