Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ: Η ακτινοβολία του Λόρκα στη ζωή του Νταλί

Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ: Η ακτινοβολία του Λόρκα στη ζωή του Νταλί

Μοιράσου το!

  • Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ

ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ της τεράστιας έκθεσης του Σαλβαντόρ Νταλί στο Πολιτιστικό Κέντρο Μπωμπούρ στο Παρίσι – είχαμε την ευκαιρία να δούμε μια σειρά από πολύ ενδιφέροντα ντοκουμέντα – κυρίως γράμματα, περιοδικά, φωτογραφίες και φιλμ – που ενώ αφορούν το ζωγράφο μαζί μας αποκαλύπτουν τη “χρυσή ισπανική περίοδο” 1920-1936 που την αφάνισε ο εμφύλιος και ο Φράνκο, και μας παρουσιάζει μερικές συγκινητικές πλευρές ενός ποιητή που ιδιαίτερα αγαπήθηκε και στην Ελλάδα, του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Στη μικρή περίοδο των πέντε χρόνων – 1922-1927 – που κράτησε η φιλία-πάθος των Νταλί-Λόρκα θα περιοριστώ, πέντε χρόνια μεστά από δημιουργικότητα, ακτινοβολία και ανθρώπινη ζεστή παρουσία.

Το Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης τότε με το οικοτροφείο του, το αμφιθέατρο, τους ανθρώπους των γραμμάτων και της επιστήμης που το επισκέπτονταν και ήταν φιλοξενούμενοί του, είχε μια λάμψη διεθνή.

Σ’ αυτό μιλήσανε και φιλοξενηθήκανε προσωπικότητες σαν τους Μπερξόν, Μαρία Κιουρί, τον Αϊνστάιν, τον Ουέλς, τον Έλιοτ, τον Λεκορμπιζιέ, τον Ραβέλ, τον Στραβίνκι, τους Αραγκόν, Ελυάρ, Κλωντέλ, Βαλερύ.

Και μόνο αυτά τα ονόματα φτάνουν για να φανταστούμε την πνευματική ατμόσφαιρα αυτού του Πανεπιστημίου, που φαίνεται πως και σαν χώρος ήταν παραδεισιακός, με τα θαυμάσια πάρκα του, τα μυριστικά του λουλούδια, τους εσωτερικούς του χώρους όπου μαζευόντουσαν φοιτητές, δάσκαλοι και φιλοξενούμενοι και συζητούσαν ατέλειωτα.

Το εργαστήρι της “Μπαράκα”

Ο Λόρκα είχε αφήσει από το 1919 την αγαπημένη του Γρανάδα και κατοικούσε στο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης, που και πολύ πιο έπειτα δεν εγκατέλειψε σαν χώρο διαμονής. Το δωμάτιό του ήταν ένα καταφύγιο της Τέχνης. Μουσική, ποίηση, θέατρο, καλές τέχνες, όλα τα συζητούσαν εκεί και φαίνεται πως και η περιβόητη “Μπαράκα”, το Πανεπιστημιακό Θέατρο, εκεί μέσα θεμελιώθηκε, όπως κι από κει ξεκινήσανε οι διάφοροι ποιητικοί διαγωνισμοί.

Στο δωμάτιο του Λόρκα και μέσα από τον Λόρκα γνώρισε ο νεαρός τότε Νταλί – που ήτανε μοναχικός και ξένος στη Μαδρίτη – τον καλλιτεχνικό κόσμο και συνδέθηκε με στενότατη φιλία με τον ποιητή. Ήταν το 1922.

Μέσα από το αρχείο του Λόρκα που διέσωσε η αδελφή του, βρεθήκανε τα γράμματα του Νταλί και της αγαπημένης του Άννας-Μαρίας προς τον ποιητή, ενώ αντίθετα όλα τα γράμματα που είχε στείλει ο Λόρκα στα δυο αδέλφια χαθήκανε, όταν μπήκανε οι στρατιώτες στο σπίτι του συμβολαιογράφου Νταλί –πατέρα– και καταστρέψανε τα πάντα.

Μέσα απ’ αυτά τα γράμματα, έξω από τον καλλιτεχνικό πυρετό, διαφαίνεται κι ένας άτολμος έρωτας του νεαρού τότε ποιητή προς την Άννα-Μαρία, που δεν ήταν μόνο ωραία αλλά και πολύ έξυπνη.

Όταν η Άννα-Μαρία τον πρωτογνώρισε στη Μαδρίτη έγραψε: “ανάμεσα σ’ όλους ξεχώρισα έναν άνθρωπο που ’χε ένα βλέμμα διεισδυτικό και έξυπνο, ο μόνος που μπορεί να συγκριθεί με τον αδελφό μου”. Αυτός βέβαια ήταν ο Λόρκα.

Ο Νταλί στην αρχή ήταν απομονωμένος και ζωγράφιζε συνεχώς, όμως η γνωριμία του με τον Λόρκα τον έκανε να έρθει σε επαφή με όλους τους διανοούμενους που μαζευόντουσαν κοντά του, όπως τον Miguel de Unamuno, τον Ramόn Maria del Valle-Inclan, τον Luis Buñuel – που διαδέχτηκε τον Λόρκα στην σφοδρότητα της φιλίας του Νταλί – τον Ortega y Gasset, τον Manuel de Falla, τον Machado, που ερχόντουσαν απ’ όλη την Ισπανία για να συνεργαστούν και να δημιουργήσουν εκείνο το θαυμάσιο κλίμα της ποίησης, του θεάτρου, της ζωγραφικής, της μουσικής.

Οι δυο νέοι συνδεθήκανε πολύ και θαυμάζανε πραγματικά ο ένας το έργο του άλλου. Η οικογένεια Νταλί κάλεσε τον ποιητή στο παραθαλάσσιο σπίτι τους στο Καντακές, μια τοποθεσία εκπληκτικής ομορφιάς, που σε μας τους Ρωμιούς θυμίζει πάρα πολύ ελληνικά νησιά. “Είναι ένα τοπίο αιώνιο και σύγχρονο, μα τέλειο”, γράφει ο Λόρκα. “Όταν το σούρουπο περπατούσαμε μέσα στις ελιές, μ’

έκανε να φαντάζομαι το Όρος των Ελαιών και η συγκίνησή μου ήταν απεριόριστη.

Ελαιώνες του Καντακές. Τι θαύμα

σώμα καταστόλιστο με ψυχή γκρίζα”.

Οι τρεις νέοι περνούσαν χαρούμενες κι αξέχαστες ημέρες και ο ποιητής γράφει πως η Άννα-Μαρία με τις εφηβικές της μπούκλες έμοιαζε με τον αρχάγγελο Μιχαήλ. Στους περιπάτους τους, με την λίγο σκληρή του φωνή ο Φεντερίκο τους απάγγειλε το “Τραγούδι της Σελήνης” ή “Το μελένιο τραγούδι”, κι όταν πηγαίνανε βαρκάδα ο Ανδαλουσιάνος ποιητής έτρεμε με το παραμικρό κυματάκι που νόμιζε πως ήταν τρικυμία. Τ’ αδέλφια Νταλί τότε γελούσανε.

Από την πρώτη του διαμονή στην Καταλωνία, ο Λόρκα έρχεται σε επαφή με τους διανοούμενους και τους καλλιτέχνες της Βαρκελώνης.

Στο σπίτι των Νταλί θα διαβάσει δυο φορές μπροστά στους νέους διανοούμενους της Βαρκελώνης το θεατρικό του έργο “Μαριάννα Πινέντα” κι όταν θα ξαναπεράσει από κει θα δώσει ένα ρεσιτάλ με μουσική και ποιήματα δικά του.

Εκείνη ακριβώς την εποχή αρχίζει μια πολύ στενή επαφή και αλληλογραφία του ποιητή με την Άννα-Μαρία. Τα γράμματα που της έστειλε ο Λόρκα θεωρούνται από τα ωραιότερα που έγραψε ποτέ.

Δίνω ένα πολύ μικρό απόσπασμα: “Καλότυχη Άννα-Μαρία, βοσκοπούλα και σειρήνα εσύ μαζί, μελαχρινή σαν την ελιά και σαν τον αφρό του κύματος λευκή, θυγατέρα αγαπημένη των λιόδεντρων και της θάλασσας παιδούλα…”.

Θα ’λεγε κανείς πως η γνωριμία των τριών αυτών νέων, πλούτισε τα βιώματά τους και βοήθησε το έργο τους. Η Βαρκελώνη που γνώρισε ο Λόρκα χάρη στους φίλους του, ήταν εκείνη την εποχή ένα κέντρο τέχνης απ’ όπου ξεκινούσαν ένα πλήθος από καλλιτεχνικές επαναστατικές τάσεις. Επικεφαλής, ίσως ο μεγαλύτερος αρχιτέκτονας του 20ού αιώνα, ο Antoni Gaudí, που η εκκλησία του – σαν όστρακο και σαν παραμυθένιος πύργος – το πάρκο του και τα εκπληκτικά του οικοδομήματα, η γενική επιρροή του πάνω σε όλα τα θέματα τέχνης, μεταβάλλουν την πολιτεία του σε κέντρο της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας.

Μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα ο Λόρκα εγκαταλείπει την κλασική μορφή στην ποίησή του και πάει προς εκφράσεις πολύ πιο πρωτοποριακές. Έτσι, όταν αποφασίζεται το ανέβασμα της “Μαριάννας Πινέντα” – που το πρόσωπό της έχει γίνει μύθος και συμβολίζει την υψηλή ιδέα της λευτεριάς του XX αιώνα – αναλαμβάνει ο Νταλί να κάνει τα σκηνικά και τα κοστούμια. Είναι θαυμάσιο το γράμμα του Νταλί προς τον Λόρκα, όπου του εξηγεί πώς βλέπει τη σκηνογραφική δουλειά πάνω στην “Πινέντα” και λέει: “Όλο το χρώωμα πρέπει να πέσει στα κοστούμια. Για να τα κάνουμε ακόμα πιο χτυπητά, το σκηνικό θα ’ναι μονόχρωμο, με πολύ απαλές και ελαφριές αποχρώσεις. Όλα τα έπιπλα θα είναι απλά και μόνο ζωγραφισμένα πάνω στο σκηνικό, το κλαβεσέν θα το κάνουμε από χαρτόνι, όπως και ό,τι άλλο είναι απαραίτητο να είναι ανάγλυφο. Αντίθετα τα τζάμια πρέπει να είναι αληθινά”. Και προσθέτει πιο κάτω:

Εδώ αλίμονο υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι που για να μη χαρακτηριστούνε για βλάκες δέχονται μ’ ενθουσιασμό ό,τι κι αν τους παρουσιάσεις”.

Ο ισπανικός 20ός αιώνας

Στη Βαρκελώνη επίσης έκανε την πρώτη του έκθεση με σχέδια ο Λόρκα και είχε τόση επιτυχία που αποφασίσανε με τον Νταλί να εκδώσουνε έναν τόμο με τα σχέδιά του που θα προλόγιζε ο Νταλί.

[…] Θα τελειώσω με μια μικρή περιγραφή, που δίνει τον παλμό και τον τόνο της ατμόσφαιρας που ζούσαν και δημιουργούσαν αυτοί οι άνθρωποι. Το 1927, λοιπόν, ο Νταλί, ο Λόρκα και ο μεγάλος κιθαρίστας φίλος τους Ρετζίνο Σαινζ ντε λα Μάζα, συζητούσαν νύχτες ολόκληρες, γυρίζοντας με τα πόδια μέσα στα κοιμισμένα σοκάκια και πάντα η κουβέντα τους κατέληγε στα πολιτικά. Μια τέτοια νύχτα, λέει ο Μάζα, ο Λόρκα αυτοχαρακτηρίστηκε σαν αναρχοθρησκευτικός. Συνήθως αυτοί οι περίπατοι τελειώνανε σ’ ένα γνωστό καμπαρέ, το Εξέλσιορ, όπου ο Σαλβατόρ χόρευε το τσάρλεστον σαν δοκιμασμένος επαγγελματίας

Κι έπειτα, στο εξοχικό παραθαλάσσιο σπίτι του Νταλί, στο Καντακές, που το κύμα μουρμούριζε κι η ζέστη του Ιουλίου άνοιγε τους αρμούς των σωμάτων, ο Ρετζίνο έδινε θαυμάσια κοντσέρτα, και συνόδευε τον Φεντερίκο που απάγγελνε “Το τραγούδι του Αντόνιο Ελ Καμπορίο” ή τους “Τέσσερις μουλαράδες”.

Με της μέρας το χάραμα, οι νότες της κιθάρας πλημμύριζαν το σπίτι. Ο μουσικός μελετούσε, ο Σαλβατόρ ζωγράφιζε με πάθος, ο Φεντερίκο με παράλληλο πάθος έγραφε τη “Θυσία της Ιφιγένειας”.

Πριν απ’ το μεσημέρι πηγαίνανε περίπατο με τη βάρκα “Ήχος” προς τ’ ακρωτήρι κι εκεί οι τρεις φίλοι κι ο βαρκάρης πηδούσαν έξω και πήγαιναν σε κανένα λιβαδάκι όπου στρώναν κι έτρωγαν.

Έπειτα μέσα σε δροσερές σπηλιές τους έπαιρνε ο μεσημεριάτικος ύπνος.

Εδώ τελειώνω, γιατί τούτη η εικόνα της φιλίας, της δημιουργίας, του πάθους που πηγάζει μέσα από την αληθινή επαφή, φύσης κι ανθρώπων, μοιάζει λιγάκι με παραμύθι.

Κι όμως, ίσως σ’ ανθρώπους μιας ορισμένης ηλικίας να μην είναι άγνωστη τελείως αυτή η ατμόσφαιρα. Σκέφτομαι τη φιλία Σεφέρη-Θεοτοκά, το σπίτι του Θράσου Καστανάκη στις Αντίμπ και τους καλλιτέχνες που φιλοξενούσε, θυμάμαι ακόμα μιαν ακροθαλασσιά της Αττικής και μαζεμένους να συζητάνε ίσαμε το χάραμα, ποιητές και ζωγράφους, κι έπειτα όλοι μαζί να πέφτουνε στη θάλασσα.

Σήμερα τάχα γίνεται κάτι τέτοιο; Υπάρχει ο ΧΡΟΝΟΣ για σκέψη, δημιουργία και ανθρώπινη επαφή, ή μας τα ’φαγε όλα η βιασύνη και η εύκολη επιτυχία;

________________________________________

  • Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 15 Ιουνίου 1980

Μοιράσου το!
ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΔΡΩΜΕΝΑ ΜΕΛΕΤΕΣ-ΑΡΘΡΑ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

ΙΣΩΣ ΣΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ