Βασίλης Βασιλικός: Ο άλλος Λόρκα

Βασίλης Βασιλικός: Ο άλλος Λόρκα

Μοιράσου το!

  • Βασίλης Βασιλικός

ΣΤΟΥΣ “Ωτοβλεψίες” των ‘Νέων”, διάβασα πριν από λίγες μέρες: Για πρώτη φορά μετά την άνανδρη δολοφονία του μεγάλου Ισπανού ποιητή και δραματουργού απ’ τους φασίστες του Φράνκο, οι Ισπανοί αποτίσανε προ ημερών ‘φόρον τιμής’, δημοσία στον Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα. Έξι χιλιάδες άτομα συγκεντρώθηκαν στη γενέτειρα του δημιουργού της ‘Γέρμα’ και του ‘Ματωμένου Γάμου’ κ.λπ.

Είδηση που μου έφερε στο νου, ολοζώντανο, τον “άλλο” Λόρκα, δηλαδή τον πραγματικό, αυτόν που δεν παραδόθηκε σα μύθος στον κόσμο, νεκρός όντας, αλλά που ζωντανός, καθημερινά εκφραζόταν και ήθελε μια ζωντανή λαλιά στη χώρα του, την Ισπανία. Κοντολογίς, θέλω να πω, για τον Φεδερίκο, όπως πηγάζει απ’ την αλληλογραφία του, τις διαλέξεις του, τις συνεντεύξεις του ανάμεσα στα 1926 και 1936, εποχή του Εμφύλιου στον τόπο του και λίγο πριν τον θάνατό του.

Σ’ αυτήν την εποχή, την κρίσιμη για την πνευματική του περιβολή, όπως αποδείχνουν συγκεντρωμένα σ’ ένα τόμο, τα κείμενα που προανάφερα, βλέπουμε έναν Λόρκα εν εξελίξει, απ’ τον παιδικό ατραυμάτιστο κόσμο στον προεφηβικό. Γιατί ουσιαστικά ποτέ του δεν ξεπέρασε, σαν ψυχολογία ανθρώπινη, αυτό το στάδιο, της προεφηβείας.

Παιδί του μπαμπά του, τρεφόταν μέχρις εσχάτων απ’ την τσέπη του μπαμπά. Πέφτοντας σε γονιούς με κατανόηση, δεν είχε τα προβλήματα άλλων που αναγκάζονται να καταφύγουν σ’ άλλες πάρεργες δουλειές για να συντηρήσουν τη Μούσα τους. Ο Λόρκα απολιτικοποιημένος στο έπακρο, μόλις το 1935 αρχίζει να μιλάει για φτωχούς και για πλούσιους και να ενδιαφέρεται για το πρόβλημα της κοινωνικής αδικίας.

Ζώντας ευαίσθητος δέκτης τον καιρό του, δεν μπορούσε απ’ το 1933 και μετά, να μη διαιστανθεί τις αλλαγές και την μπόρα που ερχόταν. Μα δεν υπήρξε ποτέ του στρατευμένος, με τη στενή του όρου έννοια. Ούτε και με την πλατιά. Ζητούσε ένα λαϊκό θέατρο, αγαπούσε τους απλούς ανθρώπους, όχι από καμιά μαρξιστική κατάρτιση, αλλά γιατί το ένστιχτό του εκεί τον οδηγούσε.

Ήταν τόσο φίλος του Σαλβατόρ Νταλί όσο και του λίγο τότε νεώτερού του Πάμπλο Νερούδα. Αλλά σαφέστατα οι προτιμήσεις του πήγαιναν προς την “καθαρή ποίηση”, την τέχνη που δεν έχει σχέση με την πολιτική, αφού, όπως λέει ο ίδιος, με κάθε πολιτική δεν θα άλλαζε το κλίμα του όπου του άρεσε να αναπνέει.

Απ’ την αγάπη του για τους τσιγγάνους (αντίστοιχη με την δική μας “ανακάλυψη του Αιγαίου”) (ανακάλυψη και θεωρητική στήριξη του γύφτικου στοιχείου), ώς την απροσμέτρητη αγάπη του για τους καταπιεσμένους νέγρους της Νέας Υόρκης, διαπιστώνουμε τον απολιτικοποιημένο αστράτευτο καλλιτέχνη που μόνο η τρομερή ευαισθησία του τον έκανε να ξεπεράσει την πολιτική του άγνοια.

Τρυφερό κι ευαίσθητο ξεπεταρούδι της Γρανάδας, αγαπούσε ό,τι ήταν τοπικιστικό χωρίς τοπικισμό. Σταθμός στη ζωή του στάθηκε αναμφίβολα η συνάντησή του με τη μεγάλη ηθοποιό και πρώτη ενσαρκώτρια των έργων του, τη θρυλική Μαργαρίτα Ξιργκού.

Κι ύστερα το ταξίδι του στη Λατινική Αμερική, όπου ανακαλύπτει την υπερατλαντική επικράτεια της γλώσσας του. Εκεί όπου μιλούν τα ισπανικά χωρίς την επενδυμένη αντίστοιχα κουλτούρα.

Γιατί ο Λόρκα, είναι ο αντίπους του “στρατευμένου” καλλιτέχνη. Πρώτα-πρώτα δεν θέλει να δημοσιεύει. Με μεγάλη κούραση και ψυχικό κάματο τον καταφέρνουν οι φίλοι του να τυπώσει μερικά ποιήματα. Ύστερα ακολουθεί την αρχή του να ζει παρά να γράφει. Και σαν ζωή εννοεί τις βόλτες, την τεμπελιά, τους έρωτες, την αγάπη της ύπαρξης.

Με ποιους έρωτες και ποια αγάπη; Νομίζω πως απ’ τα τόσα που έχουν ειπωθεί για λογαριασμό του, την καλύτερη εξήγηση μας τη δίνει ο ίδιος σ’ ένα γράμμα του προς τον Γιόργκε Ζαλαμέα. Του γράφει, φθινόπωρο του 1928, σε απάντηση μιας δικής του επιστολής, απαντώντας σ’ αυτήν, όπως περίπου ο Ρίλκε στα Γράμματα σ’ ένα Νέο Ποιητή:

Τα βάσανά σου με θλίβουν. Μα πρέπει να μάθεις να τα ξεπερνάς με κάθε τρόπο. Το παν εκτός απ’ το να φαγωθείς, να καταστραφείς απ’ αυτά. Απάλειψα τις μέρες αυτές, με τη δύναμη της θέλησης, ένα απ’ τα πιο καταθλιπτικά στάδια που πέρασα στη ζωή μου. Δεν μπορείς να ξέρεις τι είναι να περνάς νύχτες ατέλειωτες στη Γρανάδα, άδεια για μένα, στο μπαλκόνι, και χωρίς τίποτα να μπορεί να με παρηγορήσει.

Κι ύστερα… Πρέπει πάντα να είσαι από πάνω στην ψυχική σου κατάπτωσση για να μην της επιτρέπεις να περνά μέσα στην ποίησή σου γιατί έτσι θα προδοθείς στα μάτια αυτών που δεν πρέπει να ξέρουν ποτέ τι σου συμβαίνει. Από μια τέτοια διάθεση πειθαρχίας ως προς τον συναισθηματισμό μου, γράφω τώρα ακαδημαϊκά ποιήματα με ρίμα” κ.λπ.

Είναι φανερό τι αποσιωπεί λέγοντας αυτές τις συμβουλές στον φίλο του που έχει το ίδιο μ’ αυτόν ερωτικό μαράζι. Το πρόβλημα λοιπόν του Λόρκα, είναι ότι ξεκινώντας από μια αγάπη βαθιά για τη λαϊκή παράδοση του τόπου του και για τη μουσική καταγωγή του, έφτασε, κυριολεκτικά, μέσα απ’ τα σκαμπανεβάσματα της Ιστορίας να σκοτωθεί αντιφασιστικά, ίδια με τον παλιό του φίλο, τον Νερούδα, που σωματικά άρρωστος από χρόνια πέθανε και ψυχικά την κρίσιμη στιγμή της ανατροπής του Αλλιέντε.

Αλλά ενώ το έργο του Νερούδα δικαιολογεί μια στράτευση, η ζωή και το έργο του Λόρκα, ήταν τ’ αντίθετο ακριβώς από μια τέτοια δεοντολογία.

Από τα γράμματά του και τις διαλέξεις του, από τις συνεντεύξεις του και τις περιοδείες του, τους έρωτές του, την παθιασμένη αγάπη της Γρανάδας του, προκύπτει σαν ένας ποιητής που μοιραία ακολουθεί τη διαδρομή της Ιστορίας αφού δεν ταμπουρώνεται πίσω από καμιά ιδεολογική άποψη (άρα συντηρητική, αφού διατηρεί μια ιδεολογία).

Αφήνοντας τις κεραίες του απροστάτευτες από θηκάρια, μοιραία πληγώνεται όταν τα μηνύματα που δέχεται είναι κι αυτά πληγωμένα.

Έτσι υπάρχει ο Λόρκα σύμβολο της φασιστικής θηριωδίας –τέτοιον που τον έφτιαξε ο κόσμος που τόσο ο ίδιος αγαπούσε, για να εκφραστεί, ο κόσμος αυτός, μέσω αυτού– και ο άλλος Λόρκα ο άσχετος επιφανειακά με τις πολιτικές ανακατατάξεις, που σαρκώνεται όμως το ρόλο του θύματος όχι γιατί θέλησε τίποτα να αλλάξει στον κόσμο, αλλά γιατί προτίμησε να μην αλλάξει σε τίποτα την ευαισθησία του που ήταν σε άμεση επαφή με τον τόπο του και την εποχή του.

Γι’ αυτό κι η είδηση αυτή της αντιφασιστικής μνήμης, όσο κι αν είναι συγκινητική, απέχει τόσο απ’ την πραγματική ζωή του, όσο ένα άγαλμα απ’ το πρόσωπο που αναπαριστάνει.

Το σπουδαίο, που να μην ξεχνιέται ποτέ, είναι ότι το άγαλμα, ο μύθος, δέχεται την αγάπη των ανθρώπων, όπως το πρόσωπο εμφυσούσε ζωντανό, την ίδια απεριόριστη αγάπη, στους συνανθρώπους του.

_______________________________

  • Τα Νέα, 28 Αυγούστου 1976

Μοιράσου το!
ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΔΡΩΜΕΝΑ ΜΕΛΕΤΕΣ-ΑΡΘΡΑ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

ΙΣΩΣ ΣΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ