Κωνσταντίνος Χρηστομάνος: Έβαλε το ελληνικό θέατρο στον 20ό αιώνα

Κωνσταντίνος Χρηστομάνος: Έβαλε το ελληνικό θέατρο στον 20ό αιώνα

Μοιράσου το!

  • ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΠΑΘΗΣ  

Στα ελληνικά γράμματα είναι δύσκολο να βρει κανείς άλλη φυσιογνωμία τόσο σύνθετη και αντιφατική, όπως αυτή του Κωνστ. Χρηστομάνου. Ένα πρόσωπο τόσο «δυσκολοχαρακτήριστο», όπως τον είπαν, και δυσκολοπλησίαστο. Πρόβλημα αποτελεί το κάπως διασπασμένο έργο του. Η παραγωγή του μοιράζεται ανάμεσα στα αυστριακά γράμματα και τα ελληνικά, ενώ το βιβλίο του για την αυτοκράτειρα Ελισάβετ είναι, ας πούμε, πανευρωπαϊκό απόκτημα. Επίσης μοιράζεται ανάμεσα στην ποίηση, την πεζογραφία, τη δραματουργία και τη σκηνική τέχνη, όπου ανιχνεύονται επιδράσεις από ποικίλα νεωτερικά ρεύματα, αλλά ο δημιουργός με κανένα από αυτά δεν ταυτίζεται ολοκληρωτικά.

Μπορούμε να πούμε, συνοπτικά, πως η περίπτωση Χρηστομάνου αντιπροσωπεύει μιαν εκδοχή ή μιαν ελληνική παραλλαγή της αναστάτωσης που προκάλεσαν τα καινούργια ευρωπαϊκά καλλιτεχνικά ρεύματα στο μεταίχμιο του 19ου και του 20ού αιώνα. Η θεατρική πρακτική του Χρηστομάνου εκφράζει πληρέστερα αυτή την αναστάτωση, τη ρευστότητα ανάμεσα στις ποικίλες αισθητικές τάσεις, μαζί και τον ανανεωτικό τους δυναμισμό. Έτσι, είναι σωστό, νομίζω, να τοποθετηθεί το πορτρέτο του δίπλα στον Θωμά Οικονόμου, γιατί ο σκηνοθέτης Χρηστομάνος συμπυκνώνει τις ανησυχίες και τις αναζητήσεις τού λογοτέχνη, στο σκηνικό του έργο προβάλλει πιο καθαρά το αίτημα της αλλαγής και με το θέατρό του σημαδεύει πιο έντονα το πέρασμα στον νέο αιώνα.

Γεννημένος στην Αθήνα το 1867, ο Κωνσταντίνος ήταν πρωτότοκος γιος του Αναστάσιου Χρηστομάνου, καθηγητή της Χημείας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Η μητέρα του ήταν κόρη του Βαυαρού γιατρού Λίντερμάγιερ, που είχε υπηρετήσει πολλά χρόνια στην αυλή του Όθωνα. Σε ηλικία 4 ετών, ο μικρός Κωνσταντίνος ξέφυγε από τα χέρια της παραμάνας του, έπεσε και χτύπησε σοβαρά στη σπονδυλική στήλη. Το ατύχημα θα έχει συνέπειες για τη σωματική του διάπλαση, θα του προκαλέσει κύφωση, αλλά θα σφραγίσει και τον ψυχισμό του μελλοντικού συγγραφέα.

Ο Χρηστομάνος γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όμως γρήγορα την εγκατέλειψε. Τα επόμενα δέκα χρόνια της ζωής του, από το 1888 ώς το 1898, θα κυλήσουν στη Βιέννη. Πρώτα, σπουδές φιλοσοφίας και φιλολογίας στα αυστριακά πανεπιστήμια (ώς το 1891), ύστερα επτά χρόνια αναζήτησης στο επιστημονικό και το λογοτεχνικό πεδίο. Πολλά και διασπασμένα τα ενδιαφέροντά του: βυζαντινό δίκαιο, ιστορία, γενεαλογία, γλώσσα, παλαιογραφία. Και πολλές εμπειρίες, ταξίδια, περιπέτειες. Ταξίδι στη Ρώμη (εργάζεται στη Βιβλιοθήκη του Βατικανού), σύντομη επίσκεψη στην Ελλάδα κ.ά.

Αργότερα διορίζεται καθηγητής της Ελληνικής Γλώσσας στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης και στο Ινστιτούτο Ανατολικών Γλωσσών. Ωστόσο, παράλληλα, έχει αρχίσει να γράφει ποίηση, συνδέεται με τους λογοτεχνικούς κύκλους της αυστριακής πρωτεύουσας, κυρίως την ομάδα που συσπειρώνεται γύρω από το περιοδικό «Wiener Rundschau». Η Βιέννη ήταν πάντα, και παρέμενε εκείνα τα χρόνια, στο «τέλος του αιώνα», σταυροδρόμι και χωνευτήρι για τις σημαντικότερες ευρωπαϊκές τάσεις ή επιρροές στην τέχνη και στη θεατρική της ζωή.

Στον κύκλο που περιβάλλει τον Χρηστομάνο επικρατέστερα ρεύματα είναι: συμβολισμός, νεορομαντισμός, εστετισμός. Τα λογοτεχνικά κείμενα που ο Χρηστομάνος θα δημοσιεύσει στα γερμανικά το 1898, η ποιητική συλλογή Ορφικά τραγούδια και το ονειρόδραμα Η σταχτιά γυναίκα απηχούν αυτές τις λογοτεχνικές τάσεις, εκφράζουν και τον ψυχισμό του Έλληνα συγγραφέα. Μελαγχολία, ρεμβασμός, τα χτυπήματα της μοίρας, οι ανεξιχνίαστες δυνάμεις που ορίζουν τη ζωή του ανθρώπου, υποβάλλονται με εικόνες ομιχλώδεις, με γλώσσα που χαρακτηρίζεται από ωραιοπάθεια και εκζήτηση.

Το 1898, επίσης στα γερμανικά, δημοσιεύει ο Χρηστομάνος τα Φύλλα ημερολογίου ή Το βιβλίο της αυτοκράτειρας Ελισάβετ, όπως θα το μεταφράσει στα ελληνικά ο ίδιος ο συγγραφέας για να το τυπώσει στην Αθήνα το 1908. Ο Χρηστομάνος είχε γνωρίσει από κοντά την αυτοκράτειρα της Αυστροουγγαρίας, όταν μπήκε στην υπηρεσία της ως δάσκαλος της ελληνικής γλώσσας, τον Μάιο του 1891.

Με διαλείμματα, έμεινε δίπλα της ώς το 1893, τη συνόδευε στους περιπάτους της και σ’ ένα ταξίδι της στην Κέρκυρα. «Λυρικό ημερολόγιο» χαρακτήρισε ο Τέλλος Άγρας το βιβλίο, όπου κυριαρχεί η εξαϋλωμένη μορφή της μελαγχολικής βασίλισσας, μέσα από τις σκέψεις της για την τέχνη, τη ζωή και την ανθρώπινη μοίρα. Στο πεζογράφημα, όμως, άλλο τόσο έντονα εκφράζονται τα συναισθήματα, η ψυχοσύνθεση, η ωραιοπάθεια και η ωραιολατρεία του συγγραφέα. Τον Σεπτέμβριο του 1898 η Ελισάβετ δολοφονήθηκε στη Γενεύη από τον Ιταλό αναρχικό Λουκένι.

Όταν ο Χρηστομάνος, λίγους μήνες μετά, κυκλοφόρησε το βιβλίο του, η αυτοκρατορική αυλή το θεώρησε ως πράξη ασέβειας προς τη μνήμη της νεκρής και έδωσε στον συγγραφέα να καταλάβει πως ήταν ανεπιθύμητος στη Βιέννη. Έτσι η μοίρα που τόσο πολύ βαραίνει στη ζωή, στη σκέψη και στο έργο του Χρηστομάνου, θα τον ξαναφέρει πίσω στην Ελλάδα. Αρχές του 1901, στην Αθήνα, ξεκινά μια νέα περίοδος της ζωής του, σίγουρα η πιο δημιουργική. Από το 1901 ώς το 1905 αφιερώνεται ολόψυχα στη Νέα Σκηνή.

Παράλληλα μεταφράζει για το θέατρό του την Άλκηστη του Ευριπίδη (πρώτη παράσταση αρχαίου δράματος που παίχτηκε μεταφρασμένο στη δημοτική), την Αντιγόνη του Σοφοκλή, αλλά και σύγχρονα ξένα έργα. Το 1909 δημοσιεύεται (και παίζεται) το δράμα Τα τρία φιλιά («Τραγική σονάτα» σε τρία μέρη) και το 1911, το πιο ολοκληρωμένο λογοτεχνικό του κείμενο, το «αθηναϊκό μυθιστόρημα» Η Κερένια κούκλα (που θα το διασκευάσει ο Παντ. Χορν σε θεατρικό έργο το 1915). Στο δράμα και στο μυθιστόρημα υπάρχουν κοινά στοιχεία που συνδέουν τα δύο κείμενα και μας θυμίζουν την προηγούμενη παραγωγή του συγγραφέα. Σταθερά μοτίβα είναι η αδυσώπητη μοίρα, η αρρώστια, η σκιά του θανάτου και της φθοράς, το ανέφικτο της ευτυχίας. Όμως, οι διαφοροποιήσεις είναι πολύ σημαντικές από κάθε άποψη.

Η εξέλιξη προς την ωριμότητα είναι αισθητή και στο θεατρικό έργο, όπου τα πρόσωπα ­ ένας άνδρας ανάμεσα σε δύο γυναίκες ­ και η σχέση τους δημιουργούν το πλαίσιο για ένα ψυχολογικό δράμα, αλλά κυρίως στο πεζογράφημα. Στην Κερένια κούκλα δεν υπάρχει η ατμόσφαιρα θερμοκηπίου που βαραίνει στο θεατρικό έργο. Στο μυθιστόρημα κυριαρχούν η περιγραφή της ζωής σε μια λαϊκή συνοικία της πρωτεύουσας, αυθεντικές εικόνες από τις συμπεριφορές των ανθρώπων της γειτονιάς, οι πίκρες και οι διασκεδάσεις τους, η σκληρή ζωή, η θλίψη, οι έρωτες και τα πάθη τους. Η δραματική ηθογραφία του Χρηστομάνου κατέκτησε μια θέση ξεχωριστή στην εξέλιξη της νεοελληνικής πεζογραφίας. Ακόμα πιο ξεχωριστή είναι η θέση που διεκδικεί στην ιστορία του νεοελληνικού θεάτρου ο Χρηστομάνος, ως ιδρυτής, διευθυντής και σκηνοθέτης της Νέας Σκηνής. Ανέλαβε αυτή τη θεατρική πρωτοβουλία με στόχο την αναγέννηση της σκηνικής τέχνης στην Ελλάδα «κατά το ήδη απανταχού αναπτερούμενον καλλιτεχνικόν πνεύμα».

Εκσυγχρονισμός, λοιπόν, και εξευρωπαϊσμός, αλλά ο Έλληνας σκηνοθέτης δεν ακολούθησε κατά γράμμα ούτε εφάρμοσε δογματικά κάποια από τις αισθητικές κατευθύνσεις (νατουραλισμός, συμβολισμός κ.ά.) που στην Ευρώπη είχαν σηκώσει τη σημαία της ανανέωσης. Ο στόχος του ήταν να ανατρέψει το παλαιό καθεστώς που είχε καθιερωθεί στην ελληνική σκηνή τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα: Το καθεστώς του θιασάρχη – πρωταγωνιστή, με τους περιοδεύοντες θιάσους και τη ρουτίνα της πρακτικής που καθιέρωσαν, με το απαρχαιωμένο ρεπερτόριο (τραγωδίες της σχολής Βερναρδάκη, σπαραξικάρδια μελοδράματα), με τα πρόχειρα, στερεότυπα και ακαλαίσθητα σκηνικά, την εμμονή σ’ ένα πεπαλαιωμένο υποκριτικό ύφος.

Για την πραγματοποίηση αυτού του στόχου ο Χρηστομάνος αντλεί διδάγματα και χρησιμοποιεί μέσα που προέρχονται από διαφορετικές πηγές.Από το βαρύ πυροβολικό που είχε χρησιμοποιήσει ο νατουραλισμός για να αλώσει τις ευρωπαϊκές σκηνές, ο Χρηστομάνος επιλέγει τρία ιψενικά δράματα (Αγριόπαπια, Ένας εχθρός του λαού, Έντα Γκάμπλερ), του Λ. Τολστόι Το κράτος του ζόφου, έργα του Τουργκένιεφ, του Ανρί Μπεκ, του Μπριέ κ.ά. Από την υπάρχουσα ελληνική δραματική λογοτεχνία (αφού έχει αποκλείσει τις τραγωδίες, τα κωμειδύλλια) πρώτα επιλέγει ένα ισχνότατο συμβολιστικό δράμα του Δαραλέξη Φαιά και Νυμφαία, αλλά στη συνέχεια αξιοποιεί Έλληνες συγγραφείς που έχουν καλύτερες σχέσεις με τον ρεαλισμό, μονόπρακτα του Κορομηλά, μια κωμωδία του Μπ. Άννινου και κυρίως τους Κούρδους του Καμπύση, κείμενα του Ξενόπουλου, του Μάρκου Αυγέρη.

Με αυτά τα έργα όμως δεν γέμιζε το ταμείο. Ο Χρηστομάνος, που είχε ξοδέψει όλη την περιουσία για να κάνει πράξη το θεατρικό του όνειρο, αναγκάστηκε να καταφύγει σε ελαφρά εύπεπτα εργάκια, κυρίως προϊόντα του γαλλικού βουλεβάρτου. Για τη σύνθεση του ρεπερτορίου έκανε και άλλες εσφαλμένες επιλογές, που θα του στοιχίσουν ακριβά, θα απογοητεύσει το κοινό που τον στήριξε στο ξεκίνημά του. Με μεγαλύτερη συνέπεια ο Χρηστομάνος καθιέρωσε στο θέατρό του ένα νέο στυλ ηθοποιίας.

Στο τέλος του 19ου αι., μεμονωμένοι καλλιτέχνες όπως ο Λεκατσάς, ο Παντόπουλος, είχαν κάνει σημαντικά βήματα για να προωθήσουν φυσικότερους εκφραστικούς τρόπους στη σκηνή. Όμως ο Χρηστομάνος εργάστηκε πιο μεθοδικά και συστηματικά για να επιβάλει την απλότητα και φυσικότητα της υπόκρισης, δίδαξε σ’ αυτό το πνεύμα σημαντικούς μαθητές (Κυβέλη, Μήτσος Μυράτ κ.ά.), επιδίωξε να πετύχει ένα θέατρο συνόλου. Η καθιέρωση της ομιλούμενης γλώσσας στη Νέα Σκηνή ήταν μια σημαντική προϋπόθεση για την επιτυχία αυτού του στόχου. Εξίσου ριζική ήταν η μεταρρύθμιση που επιχείρησε ο Χρηστομάνος στη σκηνογραφία και την ενδυματολογία. Τα ανέκδοτα για την τελειομανία του σκηνοθέτη, για τις ιδιοτροπίες του, το πάθος για τη λεπτομέρεια, τον νατουραλισμό και τον εστετισμό του, δεν πρέπει να μας εμποδίσουν να αναγνωρίσουμε ένα ιστορικό γεγονός.

Χάρη στον ιδρυτή της Νέας Σκηνής πραγματοποιήθηκε και στην Ελλάδα το πέρασμα από το στερεότυπο σκηνικό στο πρωτότυπο, το πέρασμα από τον σκηνικό «διάκοσμο» στην καθιέρωση της καλλιτεχνικής σκηνογραφίας, που πρέπει να εναρμονίζεται με τον τρόπο ερμηνείας του συγκεκριμένου έργου και συμμετέχει αποφαστικά στη διαμόρφωση της συνολικής εικόνας της παράστασης. Η Νέα Σκηνή λειτούργησε από τον Νοέμβριο του 1901 ώς το φθινόπωρο του 1905. Μπροστά στις ανυπέρβλητες, κυρίως οικονομικές, δυσκολίες ο Χρηστομάνος παραιτήθηκε από την προσπάθειά του.

Όπως έγινε και σε άλλες χώρες της Ευρώπης, έτσι και στην Ελλάδα εκείνα τα χρόνια, το ακροατήριο που μπορούσε να στηρίξει ανάλογα καλλιτεχνικά εγχειρήματα, όπως αυτό της Νέας Σκηνής, ήταν πολύ αραιό. Όμως ο θρύλος για το θέατρο, για το οποίο πάλεψε ο Χρηστομάνος, επέζησε και μετά τον πρόωρο θάνατό του, το 1911. Οι μεταγενέστεροι ξέχασαν τις αδυναμίες, τις ταλαντεύσεις, τους συμβιβασμούς, κράτησαν ό,τι καλύτερο, γόνιμο και δημιουργικό πρόσφερε η προσπάθεια του σκηνοθέτη. Για πολλές δεκαετίες η Νέα Σκηνή θα παραμείνει πρότυπο και σημείο αναφοράς για κάθε ανανεωτική καλλιτεχνική θεατρική κίνηση στον τόπο μας.

  •  ΤΑ ΝΕΑ: 03/11/1999 | ΑΦΙΕΡΩΜΑ Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ 20ος ΑΙΩΝΑΣ ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

Μοιράσου το!
ΔΡΩΜΕΝΑ ΜΕΛΕΤΕΣ-ΑΡΘΡΑ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΙΣΩΣ ΣΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ