Ελένη Παπαδάκη – Αμάλγαμα πάθους και μέτρου

Ελένη Παπαδάκη – Αμάλγαμα πάθους και μέτρου

Μοιράσου το!

Ήταν μια φιλελεύθερη αστή, με συμπεριφορά προκλητική για την εποχή που έζησε, ταυτόχρονα όμως ήταν και μια σπουδαία ηθοποιός που, αν είχε επιζήσει, όλοι λένε ότι θα είχε οδηγήσει το ελληνικό θέατρο αλλού με τις ερμηνείες της.

  • ΜΑΡΙΟΣ ΠΛΩΡΙΤΗΣ

ΕΙΧΑ ΤΟ ΠΡΟΝΟΜΙΟ να είμαι απ’ τους πρώτους –απ’ τους τυχερούς– που μεταλάβανε την τέχνη της, την τόσο έξοχη σε ένταση, αλλά τόσο σύντομη –αλίμονο!– σε χρονική έκταση. Δεν την είχα δει στο ξεκίνημά της –ήμουν πολύ μικρό παιδί ακόμα– στη “Σαλώμη” του Όσκαρ Ουάιλντ (Μάρτιος του 195), που σφραγίστηκε απ’ το ουσιαστικό “ντεμπούτο” δυο σπουδαίων καλλιτεχνών: της Παπαδάκη και του αξέχαστου ενδυματολόγου Αντώνη Φωκά. Αν και μόλις 17 χρονών η Παπαδάκη, έπαιξε τη… μητέρα της Σαλώμης, την ακόλαστη Ηρωδιάδα. Δεύτερο ρόλο, όπου όμως διέλαμψε αμέσως το ταλέντο της και έκανε τον Γρ. Ξενόπουλο να την αποκαλέσει προφητικά “θησαυρό της ελληνικής σκηνής”.

Αλλά η πραγματική καθιέρωσή της ήρθε τρεις μήνες αργότερα (25/6/1925), όταν στο “Θέατρο Τέχνης” του Σπ. Μελά υποδύθηκε την Προγονή στο έργο “Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα” του Πιραντέλο. Η κριτική της εποχής μίλησε διθυραμβικά για “αποκάλυψη” και “θριαμβευτική επιτυχία”, για το “φρένιασμα ενθουσιασμού” που προκάλεσε. Κι εδώ θα καταθέσω ένα “επεισόδιο” που το νομίζω πολύ εύγλωττο: Εκείνο τον καιρό οι Αθηναίοι θεατρόφιλοι ήταν χωρισμένοι σε δυο στρατόπεδα (ο διχασμός αποτελούσε πάντα το εθνικό ταλέντο μας): Της Κοτοπούλη και της Κυβέλης. Κάθε μια από τις “μεγάλες κυρίες” της Σκηνής είχε τον δικό της στενό κύκλο φίλων-θαυμαστών, που δεν παραδεχόταν και δεν ανεχόταν όχι μόνο την αντίπαλη πρωταγωνίστρια, αλλά και όποιαν άλλη θα μπορούσε να αμφισβητήσει την πρωτοκαθεδρία του “ειδώλου” τους. Ανάμεσα στους πιο ασυμβίβαστους ζηλωτές της Κοτοπούλη ήταν και η πολύ γνωστή τότε δημοσιογράφος Αιμιλία Καραβία, γυναίκα με μεγάλη καλλιέργεια και συγγραφικό ταλέντο. Η ίδια μου διηγήθηκε –30 τόσα χρόνια αργότερα– το επεισόδιο που θα αναφέρω.

Ακούγοντας και διαβάζοντας τους ύμνους για την Παπαδάκη, η Κοτοπούλη κυριεύτηκε από μεγάλη περιέργεια και θέλησε να μάθει από πρώτο χέρι. “Ποια είναι αυτή που τη λιβανίζουν τόσο;”. Αλλά πώς; Η ίδια δεν μπορούσε να πάει στην παράσταση – έπαιζε στο θέατρό της. Ζήτησε από την “πιστικιά” της Αιμιλία Καραβία να πάει εκείνη στο “Θέατρο Τέχνης” και να θέσει τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων. Η Καραβία δυστρόπησε – οι θαυμαστές της Κοτοπούλη και της Κυβέλης δεν πατούσαν ποτέ το πόδι τους στα θέατρα των “αντιπάλων”. Αλλά ποιος μπορούσε να αντισταθεί στις “επιταγές” της Μαρίκας; Έτσι, η Καραβία έγινε κατάσκοπος και πήγε στην παράσταση “Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα” του Πιραντέλο. Μου έλεγε: “Συγκλονίστηκα, καθηλώθηκα, μαγεύτηκα από τη μορφή και την ερμηνεία της νεαρής ηθοποιού. Μετά την παράσταση πήγα στο θέατρο της Μαρίκας και δεν της έκρυψα τον ενθουσιασμό μου. Και σε λίγο ‘πρόδωσα’ την Κοτοπούλη…”.

Έγινε η πιο αφοσιωμένη θαυμάστρια και φίλη της Παπαδάκη, στάθηκε ακοίμητη κοντά της όσο εκείνη ζούσε και λάτρεψε τη μνήμη της σ’ όλη τη δική της ζωή. Το σπίτι της είχε γίνει ολόκληρο βωμός της Παπαδάκη, γεμάτο θυμητάρια της, λευκώματα και φωτογραφίες, προτομές και αγάλματά της από την Κατερίνα Κοτέλνικωφ. Επισκεπτόμουν, πότε-πότε, το μικρό διαμέρισμα της ευγενικότατης εκείνης φίλης και “εστιάδας”, κι είχα την ευκαιρία να “εγκύπτω” στα βιβλία της Παπαδάκη με τα έργα που είχε παίξει, γεμάτα σημειώσεις για τους ρόλους της, σημειώσεις αληθινά σημαντικές και διαφωτιστικές για τον τρόπο μελέτης κι εργασίας μιας βαθύτατα πνευματικής ηθοποιού, που ήξερε τρεις-τέσσερις ξένες γλώσσες, αλλά και αρχαία ελληνικά, που τα είχε σπουδάσει κοντά στον σπουδαίο λόγιο Νικόλαο Ποριώτη.

Κορμοστασιά νεράιδας

Μετά το “Θέατρο Τέχνης” η Παπαδάκη έπαιξε με τον θίασο “Οι νέοι” κι ύστερα συγκρότησε θιάσους μαζί με ονομαστούς τότε ηθοποιούς, όπως ο Περικλής Γαβριηλίδης, ο Μήτσος Μυράτ, ο Νίκος Δενδραμής, ο Νίκος Παρασκευάς και περιόδευσαν στη Θεσσαλονίκη και την Κωνσταντινούπολη. Θα σταθώ σ’ ένα απόσπασμα άρθρου γραμμένου κατά την περιοδεία της στην Πόλη (1931), του Τούρκου ποιητή και συγγραφέα Χαλίτ Φακρί, που καταδείχνει πόση ήταν η εμβέλεια της ηθοποιίας της ακόμη και για κείνους που αγνοούσαν ολότελα την γλώσσα της:

“Αν και δεν γνωρίζω λέξη ελληνικά, ούτε και είχα διαβάσει το έργο στο πρωτότυπο, η φωνή, οι κινήσεις, η μιμική και οι στάσεις της καλλιτέχνιδος αυτής, με τη φλογερή ψυχή, μου μιλούσαν, έρχονταν έως εμέ σαν λόγια. Η Ελένη Παπαδάκη είναι μια θεία καλλιτέχνις. Η λεπτή αυτή νέα με το φως της Τέχνης που λάμπει στην ωραία και ευγενική μορφή της, με το θέλγητρο της αιθέριας κορμοστασιάς της, όμοιας με κορμοστασιά νεράιδας των παραμυθιών, δημιουργεί επάνω στη σκηνή ένα μαγικό κόσμο, και, μέσα από την κρυστάλλινη φωνή της, ξεπετιέται ο αηδονόλαλος αντίλαλος της ψυχής και της καρδιάς, που από το ελαφρότατο τρεμούλιασμα φτάνει στα πιο τρικυμιώδη πάθη. Είναι μια απόλαυση να την ακούς και ιδιαίτερη απόλαυση να τη βλέπεις.

Οι γραμμές μου αυτές είναι μόνο είναι η εκδήλωση της συγκίνησης που ένιωσα μπροστά στην τέλεια Τέχνη και σε μια μεγάλη καλλιτέχνιδα. Λένε πως η Τέχνη δεν έχει πατρίδα. Για να εννοήσει κανείς σε όλο της το βάθος την αλήθεια αυτή, αρκεί να δει και μια φορά μόνο πάνω στη σκηνή μια καλλιτέχνιδα όπως η Ελένη Παπαδάκη. Θα είναι μια ζωντανή απόδειξη τρανότερη από την αποστήθιση χιλίων νεκρών τύπων και συλλογισμών”.

Η είσοδος στο Εθνικό Θέατρο

Μεγάλη καμπή στην περίδοξη πορεία τής Ελένης Παπαδάκη στάθηκε η είσοδός της στο Εθνικό Θέατρο. Η κρατική σκηνή του καιρού εκείνου ήταν μια κυψέλη έξοχων καλλιτεχνών, με οδηγητές τον Φώτο Πολίτη αρχικά, τον Δημήτρη Ροντήρη ύστερα· μια εστία μύησης στο μεγάλο θέατρο όλων των καιρών και όλων των τόπων. Εκεί η Παπαδάκη μπόρεσε να ξεδιπλώσει και να αξιοποιήσει όλες τις πτυχές του πολύχυμου ταλέντου της – αν και όχι στην έκταση που μπορούσε και θα ’πρεπε.

Η θεατρική ιδιοφυία της Παπαδάκη ήταν ένα σπάνιο αμάλγαμα πάθους και μέτρου, ευγένειας και δύναμης, επιβλητικότητας και υποβλητικότητας, ευαισθησίας και εκφραστικής λιτότητας, ψυχικότητας και πνευματικότητας. Έτσι μπορούσε να παίζει τα πάντα, να είναι τραγική και ευτράπελη, περίκομψη λαίδη και άχαρη γεροντοκόρη, ρομαντική αρχοντοπούλα και καπριτσιόζα κοκέτα, καρτερική κόρη και δαιμονική μαινάδα. Κι αυτές τις μεταμορφώσεις τις πραγμάτωνε χωρίς καμιά προσφυγή σε εξωτερικά “εφέ”, σε αβανταδόρικους εντυπωσιασμούς. “Ντυνόταν” όλους τους ρόλους, χωρίς να επιστρατεύει φανταχτερά στολίδια· κινιόταν σ’ όλες τις εποχές χωρίς να επικαλείται επιπόλαιες γραφικότητες. Για την Παπαδάκη, μια ήταν η “μέθοδος”: καταδυόταν ώς το μεδούλι κάθε ρόλου κι αναδυόταν με καινούργιο κάθε φορά πρόσωπο, που είχε όλη τη γνησιότητα της βιωμένης αλήθειας.

Για τον τρόπο και την “μανία” που “σπούδαζε” τα έργα και τους ρόλους της η Παπαδάκη, είναι διαφωτιστικό ένα κείμενο της άλλης επιστήθιας φίλης της, της αξέχαστης κριτικού Ειρήνης Καλκάνη:

Όσες φορές συναντιόμουν με την Ελένη, έμενα με την εντύπωση ότι είχα συναντηθεί μ’ ένα “ιερό τέρας”, γιατί την έβλεπα ν’ αγωνίζεται –με σύστημα, με συνέπεια, με βάθος– σ’ ένα χώρο που βρίσκεται πέρα, επάνω από τις έγνοιες, τις λαχτάρες του συνηθισμένου ανθρώπου… Την έβλεπα διαρκώς σε μιαν ατέλειωτη ένταση της προσπάθειας, για να κάνει συνειδητό, κι επομένως να εξουσιάσει, ό,τι οι περισσότεροι καλλιτέχνες το αφήνουν στην τύχη και στην έμπνευση –την καλή ή την στραβή– της στιγμής… Οι ατέλειωτες συζητήσεις που με παρέσυρε, είχαν κάτι το στυγνό, το σχεδόν διαβολικά έξυπνο από μέρους της, με μια ακούραστη θέληση να εξαντλήσει το θέμα. Ό,τι την ενδιέφερε δεν είχε ποτέ τον χαρακτήρα του ερασιτεχνισμού. Οι απέραντες περιέργειές της ήταν οι περιέργειες του σοφού που ακολουθεί το νήμα της θεωρίας του μέσα στην απεραντοσύνη του ανθρώπινου στοχασμού και της πείρας του επιστήμονα που ξενυχτάει μπροστά στο ανατομικό τραπέζι. Η Γνώση ήταν γι’ αυτήν όργανο βαθύτερης ενόρασης, μέσο για να συλλάβει τελειότερα τις αποχρώσεις του ανθρώπινου πνεύματος της ψυχής…”.

Καταδικασμένη σε απραξία

Το 1934 ευτύχησα να την πρωτοδώ κι εγώ, έφηβος ακόμη, στον “Ιούδα” του Σπ. Μελά. Ο ρόλος της δεν ήταν πρωταγωνιστικός αλλά –θυμάμαι– με σαγήνευσε αμέσως η μορφή της, οι κινήσεις της, η ευγένειά της, η μελωδία του λόγου της. Κι από τότε, προστέθηκα κι εγώ, στη στρατιά των θαυμαστών της – δεν έχασα πια ούτε μία ερμηνεία της.

Ο θαυμασμός μου κορυφώθηκε και παγιώθηκε όταν η Παπαδάκη έπαιξε τη βασίλισσα Ελισάβετ στον “Δον Κάρλος” του Σίλερ (28/11/1934). Την είπαν, ξανά, “σιλερικότερη της βραδιάς”, “βεντέτα του ρομαντισμού” – κι ήταν, αλήθεια, με τον διάφανο λυρισμό της στην αρχή του έργου, τις δραματικές αλλ’ αρχοντικές εκρήξεις της στο τέλος.

Εκείνο τον καιρό, το Εθνικό Θέατρο είχε καθιερώσει “εβδομάδες επαναλήψεων” των μεγάλων επιτυχιών του, κι έτσι, μπόρεσα να δω τον “Οθέλλο”, που είχε πρωτοπαιχθεί τον προηγούμενο χρόνο (28/3/33), με τον Βεάκη Οθέλλο, την Παπαδάκη Δυσδαιμόνα, τον Γληνό Ιάγο, την Παξινού Εμίλια. Φυσικά, είδα πλήθος “Οθέλλους” από τότε – και μάλιστα, 30 χρόνια μετά, τον Λόρενς Ολίβιε και την Μάγκι Σμιθ στην ιστορική παράσταση του “Old Vic”, που γυρίστηκε και σε ταινία. Αλλά ούτε η ερμηνεία της εξαίρετης Αγγλίδας ηθοποιού μπόρεσε να παραμερίσει από τη μνήμη μου τη “μαγεία” της παράστασης του Εθνικού, και, ειδικά, της Παπαδάκη: η Μάγκι Σμιθ ήταν “ρεαλιστικά” δραματική – η Παπαδάκη ήταν ένας πανέμνοστος μίσχος, που ανυποψίαστη, ανεμοδερνόταν απ’ των άλλων τα πάθη και τις ραδιουργίες.

Μαρία Αλκαίου (Νερίτσα), Ελένη Παπαδάκη (Πόρσια). Ο έμπορος της Βενετιάς. Εθνικό Θέατρο: Κεντρική Σκηνή, 21/10/1940

Ωστόσο, παρ’ όλες τις αναμφίλεκτες επιτυχίες της –ή, σωστότερα, εξαιτίας τους– η Παπαδάκη ένιωθε, και ήταν παραγκωνισμένη. Πάμπολλα κλασικά και νεώτερα έργα ανέβαιναν στο Εθνικό, αλλά στην Παπαδάκη σπάνια δινόταν οι μεγάλοι ρόλοι που άξιζαν το ταλέντο της, Ο φθόνος και οι αντιπαλότητες άλλων την κρατούσαν για μήνες στην απραξία. Αυτός ο παραγκωνισμός προκάλεσε συχνά διαμαρτυρίες των εφημερίδων της εποχής. Κι η ίδια πικραινόταν βαθιά γι’ αυτήν τη στέρηση της ζείδωρης πηγής, που αποτελεί για τον ηθοποιό η σκηνική πράξη. Αλλά δεν διαμαρτυρόταν ποτέ προς τα έξω – τόσο από περηφάνια και αξιοπρέπεια, όσο και από έλλειψη “αγωνιστικότητας”. Όμως, οι αντίπαλοί της σαν να “παραχώρησαν” έναν μεγάλο ρόλο σ’ ένα σπουδαίο έργο: τον κυρίαρχο ρόλο της Ερσίλια Ντρέι σττο “Να ντύσουμε τους γυμνούς” του Πιραντέλο. Αλλά κι εκεί, προσπάθησαν να την παγιδέψουν: το έργο ανέβηκε στο τέλος της περιόδου, στα μέσα Μαϊου του ’35, σχεδόν καλοκαίρι πια – ακόμα θυμάμαι τη ζέστη που έκανε στο κλειστό θέατρο της οδού Αγίου Κωνσταντίνου.

Κανένας καύσωνας και καμιά “ίντριγκα” δεν μπόρεσαν να θαμπώσουν τον σκηνικό πυρσό της Παπαδάκη. Σ’ εκείνη την “απορριγμένη” παράσταση, η Ερσίλια της στάθηκε ένας σπάνιος θρίαμβος. Η κριτική εξάντλησε όλα τα κοσμητικά επίθετα για να την υμνήσει. Τόσο έντονα χαράχτηκε στη μνήμη των θεατών η ερμηνεία της, ώστε, 24 χρόνια αργότερα, με την αφορμή μιας παράστασης του έργου από ένα γαλλικό θίασο στην Αθήνα, έγραφα στην “Ελευθερία” στις 27/6/59: “Ο πόνος, η ευγένεια, η πνευματικότητα, ο δραματικός παλμός, η απόγνωση, η διαφάνεια, που έχει δώσει στον ρόλο της Ερσίλια, έχουν μείνει για πάντα σφραγισμένα στη μνήμη μας. Προχτές, σ’ όλη την παράσταση, η σκιά της πλανιόταν πάνω στη σκηνή και μας έκανε περήφανους για το ελληνικό θέατρο, απαρηγόρητους για το χαμό της Μεγάλης Εκείνης…”.

Μεγάλη και σε ρόλους ελάχιστους

Η “ιστορική” αυτή επιτυχία δεν “κατέβαλε”, τους φθονερούς. Ίσα-ίσα, έγινε μια παραπάνω αιτία να μπει η Παπαδάκη σε “διαθεσιμότητα”. Κι όταν, τον άλλο χρόνο, το Εθνικό Θέατρο εγκαινίασε υπαίθριες παραστάσεις αρχαίου δράματος στο Ηρώδειο με την “Ηλέκτρα” του Σοφοκλή (3.10.1936) στην Παπαδάκη δόθηκε ξανά ο δεύτερος ρόλος, της Κλυταιμνήστρας. Αλλά κι εκεί κατόρθωσε να νικήσει – μ’ όλο που ήταν πρωτόβγαλτη στην τραγωδία κι έπαιζε πλάι σε ηθοποιούς, που είχαν ήδη σημαντικές περγαμηνές στο είδος: την Παξινού, τον Μινωτή, τον Γληνό, τον Ροζάν. Όμως, σ’ αυτόν τον “αντιπαθητικό”, δαιμονικό ρόλο της Κλυταιμνήστρας, η Παπαδάκη εμφύσησε μεγαλοπρέπεια και πάθος, αγέρωχη περηφάνια, αλλά και οδύνη στους κρυφούς διχασμούς της. Η επιτυχία της ανανεώθηκε δυο χρόνια αργότερα, όταν τον Σεπτέμβριο του 1938, η “Ηλέκτρα” παίχτηκε στην Επίδαυρο, όπου ξανακούστηκε ο τραγικός λόγος, ύστερα από 2.000 χρόνια σιωπής. Και το ίδιο έγινε και τον άλλο χρόνο που το Εθνικό έπαιξε την “Ηλέκτρα” (μαζί με τον “Άμλετ”) στο Λονδίνο: οι Άγγλοι κριτικοί της επεφύλαξαν τους θερμότερους επαίνους.

Από εκεί και πέρα η μια επιτυχία διαδέχτηκε την άλλη. Μεγάλη στους μεγάλους ρόλους, μεγάλη και σε ρόλους ελάχιστους.

Η σημαδιακή για τη χώρα μας χρονιά –το 1940– ήταν σημαδιακή και για την πορεία της Παπαδάκη: η έξοχη ηθοποιός έκανε τότε την πραγματική “πάροδό” της στην τραγική θυμέλη, ερμηνεύοντας την “Αντιγόνη” στο Ηρώδειο (1/10/40). Η σοφόκλεια ηρωίδα είναι ο πιο πολυπαιγμένος γυναικείος ρόλος του αρχαίου δράματος. Αλλά καμία από τις τόσες Αντιγόνες που είδα αργότερα, δεν μπόρεσε να απαλείψει από τη μνήμη μου, να χλωμιάσει έστω, την ερμηνεία της Παπαδάκη. Είκοσι μέρες μετά την πρεμιέρα της “Αντιγόνης”, η Παπαδάκη προσφέρει μιαν άλλη όψη του πρωτεϊκού ταλέντου της, με την εξυπνάδα, τη σπιρτάδα, τη χάρη που έπαιξε την Πόρσια στον “Έμπορο της Βενετίας” με Σάιλοκ τον Αλέξη Μινωτή (21/10/40).

Ύστερα από μια βδομάδα ξεσπούσε ο πόλεμος, που θα τον ακολουθούσε η Γέννα της Κατοχής. Στις απαίσιες εκείνες μέρες, το θέατρο ήταν μια απ’ τις λίγες “καταφυγές” των πολυβασανισμένων Αθηναίων. Και μία από τις ωραιότερες “παρηγορίες” μας χάρισε η Παπαδάκη με την “Ιφιγένεια εν Ταύροις” του Ευριπίδη, που έπαιξε στη σκηνή του Εθνικού. Ο ρόλος δεν είχε, βέβαια, το πάθος και το βάθος μιας Αντιγόνης και μιας Εκάβης. Αλλά και πάλι η Παπαδάκη μπόρεσε να του προσδώσει “μέγεθος” και δραματικότητα, πέρα από κάθε προσδοκία.

Η Κατίνα Παξινού με την Ελένη Παπαδάκη και τον Κωστή Μπαστιά, σε λήψη της αγγλικής τηλεόρασης το 1939

Τότε, η Παπαδάκη, θα “δραπετεύσει” για λίγο από το Εθνικό, για να συνεργαστεί με το “Θέατρο Αθηνών” που ίδρυσε ο Κωστής Μπαστιάς στο θέατρο Κυβέλης. Σ’ ένα έργο μόνο έπαιξε εκεί: στο “Δίλημμα του γιατρού” του Μπέρναρ Σω, με την αβρότητα, την ευγένεια και τη συγκίνηση που χαρακτήριζαν πάντα το παίξιμό της.

Αλλά δεν θα αργήσει να ξαναγυρίσει στο “σπίτι” της, στο Εθνικό, για να προσφέρει μια μοναδική Σελιμέν στον “Μισάνθρωπο” του Μολιέρου, με Άλκη τον Γιώργο Γληνό.

Θάνος Κωτσόπουλος (Φιλώτας), Γεώργιος Γληνός (Άλκης), Ελένη Παπαδάκη (Σελιμένη), Άρης Μαλλιαγρός (Ακάστης), Γιάννης Βεάκης (Κλείτανδρος). Ο μισάνθρωπος (1943). Εθνικό Θέατρο: Δραματική Σκηνή, 16/04/1943 

Πρώτη σειρά, δεύτερη από αριστερά: Αλέκα Παΐζη (Χορός από αιχμάλωτες Τρωαδίτισσες). Πίσω σειρά, δεύτερη από αριστερά: Ασπασία Παπαθανασίου (Χορός από αιχμάλωτες Τρωαδίτισσες), Ελένη Παπαδάκη (Εκάβη), Θάνος Κωτσόπουλος (Πολυμήστωρ), Τζαβαλάς Καρούσος (Αγαμέμνων). Εκάβη – Εθνικό Θέατρο: Κεντρική Σκηνή 13/12/1943 – 09/01/1944

Η σημαδιακή “Εκάβη”

Στο τέλος εκείνου του χρόνου, ήρθε η πιο μεγάλη ώρα της Ελένης Παπαδάκη: η “Εκάβη” που ερμήνευσε στο Εθνικό (13/12/43). Γίνεται τόσες φορές η κατάχρηση της λέξης “αποθέωση”, που ο όρος έχει καταντήσει σαν σκορδαλιά δίχως σκόρδο. Αλλά, στην περίπτωση της Παπαδάκη-Εκάβης, η αποθέωση στάθηκε πραγματική και διπλή: απαρομοίαστη αποθέωσή της από κοινό και κριτική, αλλά και αποθέωση, προσέγγιση του “θείου”, από την ερμηνεύτρια. Η νέα εκείνη γυναίκα, η τόσο λαμπερή και “χαρίεσσα” σε τόσους άλλους ρόλους, είχε γίνει το αρχέτυπο της κεραυνωμένης γριάς βασίλισσας του πόνου, η εικόνα και η φωνή της οδύνης και της κατάρας, η μανιακή κραυγή της συμφοράς και της εκδίκησης, η επιτομή και η πεμπτουσία αμέτρητων κι αμέτρητων μανάδων κάθε καιρού και τόπου, που τις χτύπησε το αστροπελέκι της σφαγής – όπως ακριβώς έναν χρόνο αργότερα θα χτυπούσε και την ίδια.

Η Ελένη Παπαδάκη απήλθε νωρίς και με φρικτό τρόπο, όταν στα Δεκεμβριανά του 1944, κάποιοι της “Πολιτοφυλακής” την άρπαξαν από το σπίτι της και την εκτέλεσαν, εκείνη, που ποτέ δεν είχε καμιάν ανάμειξη με πολιτικές, κόμματα, παρατάξεις. Στα λιγοστά χρόνια της καριέρας της, είχε ανταμώσει συχνά τον θάνατο, και μάλιστα τον πρόωρο (Δυσδαιμόνα, Ερσίλια, Κλυταιμνήστρα, Ρεγάνη, Δωροθέα, Αντιγόνη). Τρεις, προπάντων από τις κορυφαίες δημιουργίες της, ήταν “μεστές θανάτου”. Η Ερσίλια (“Να ντύσουμε τους γυμνούς”), που καταφεύγει στον θάνατο για να ντύσει τη γύμνια της ζωής της… η Αντιγόνη, που οδεύει θεληματικά στον θάνατο για να ξεγυμνώσει τον απάνθρωπο νόμο… η Εκάβη, που ο θάνατος την είχε απογυμνώσει απ’ όλους κι όλα. Κι ο θάνατος καραδοκούσε την Ελένη Παπαδάκη, την ώρα της πιο ώριμης ανθοφορίας της.

  • Πρώτη δημοσίευση: Η Καθημερινή | Επτά Ημέρες, 9 Μαρτίου 2003

Μοιράσου το!
ΔΡΩΜΕΝΑ ΜΕΛΕΤΕΣ-ΑΡΘΡΑ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

ΙΣΩΣ ΣΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ