Άγγελος Τερζάκης: Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα

Άγγελος Τερζάκης: Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα

Μοιράσου το!

ΛΙΓΟ πριν από το θάνατό του, που δεν έχει πάψει να συγκινεί την παγκόσμια Κοινή Γνώμη, ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα είχε γράψει το τελευταίο του δραματικό έργο, το “Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα”. Είναι, λοιπόν, έργο του 1936. Εδώ, ο Λόρκα ο ποιητής, που έφερε έναν καινούργιο, προσωπικό φθόγγο στο Θέατρο, ο Λόρκα που ωστόσο είχε, στα προηγούμενα έργα του, ανισότητες σαν θεατρικός συγγραφέας, βρίσκει μια θαυμάσια ισορροπία περιεχομένου και μορφής. Το “Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα” είναι καρπός τέχνης που έφτασε στην ωριμότητά της.

Το έργο αρχίζει μέσα στην ατμοσφαίρα μιας κηδείας. Ο Λόρκα τη μετριάζει πολύ επιδέξια με την έμμεση περιγραφή της από δυο πολύ γραφικά πρόσωπα. Ο άντρας της Μπερνάρντα πέθανε και την αφήνει με πέντε κορίτσια· τα τέσσερα φαίνονται προορισμένα να γερντοκοριάσουν. Είναι άπροικα, γιατί η λιγοστή πατρική κληρονομιά θα μοιραστεί τώρα, θα τεμαχιστεί. Μόνον η μεγάλη κόρη, η Ανγκούστιας, έχει ελπίδες, γιατί αυτή είναι από τον πρώτο γάμο της Μπερνάρντα κι έχει προσωπική περιουσία. Αλλά η Ανγκούστιας ζυγώνει τα σαράντα – ηλικία μεγάλη για τις τοπικές αντιλήψεις – και, το σπουδαιότερο, η Ανγκούστιας αυτή είναι άσχημη, άχαρη, στυφή. Έτσι ο γαμπρός που θα της παρουσιαστεί, θα έχει, όπως είναι επόμενο, κι άλλες βλέψεις.

Πάνω στο σκοτεινό πίνακα του πένθους που επιβάλλει, αυστηρός τηρητής των τοπικών εθίμων,η Μπερνάρντα στο σπιτικό της, ξεκόβεται ο αγώνας της μικρής κόρης ν’ αποτινάξει τον πολλαπλό ζυγό: της μητέρας της, του εθίμου, της καταδίκης από την οικογενειακή ειμαρμένη, κι άλλους ακόμα ζυγούς, λιγότερο φανερούς. Πίσω από τα καθαρά, αδρά επίπεδα του “Σπιτιού της Μπερνάρντα Άλμπα” παίζουν άλλοι ίσκιοι, υποβάλλονται λίγο-λίγο άλλες έννοιες, που ξεπερνάνε κατά πολύ το απλό του θέμα. Γατί η φοβερή αυτή καταπίεση της Μπερνάρντα πάνω στο σπιτικό της; Από πού ξεκινάει το σκοτεινό αυτό πάθος που την κάνει σκληρόκαρδη, μισητή σ’ όλους δίχως εξαίρεση τους γύρω της; Είναι προσήλωση μόνο σε μια πρόληψη, σε πατροπαράδοτα ήθη; Είναι αντιπροσωπευτική έκφραση της αλύγιστης ισπανικής ψυχής; Είναι περηφάνια ανένδοτη, της μάνας που δεν θέλει τα κορίτσια της να κακοπέσουν; Είναι φυσική, κρυφή αντιδικία; Είναι φωνή αποτρόπαιη ενός ενστίκτου πανάρχαιου, μητριαρχικού, που θέλει τη ζωή υποταγμένη στον εξοντωτικό του νόμο;

Πάνω στο σπιτικό της Μπερνάρντα Άλμπα βαραίνει ένας ίσκιος απροσδιόριστος όσο και πυκνός. Είναι Μοίρα; Η τέχνη του συγγραφέα έγκειται στο ότι δεν μας δίνει απάντηση ξεκάθαρη. Συλλογιζόμαστε, βλέποντας το έργο να ξετυλίγεται, πως η καταπίεση που προκαλεί το δράμα έχει δημιουργηθεί από την ανθρώπινη θέληση, μόνο που η θέληση αυτή έφτασε να γίνει εφιαλτική κι απρόσωπη. Πίσω από την ασκητική αυστηρότητα που επιβάλλει η αδιαλλαξία της Μπερνάρντα, αντιχτυπιέται ή φρουμάζει αλυσοδεμένος ένας οργασμός καταλυτικός. Είναι μια δύναμη πρωτόγονη, ακαταδάμαστη, που όσο περισσότερο την καταπολεμούν, τόσο θεριεύει και συγκλονίζει τα θεμέλια. Πουθενά, σε καμιά στιγμή του έργου δεν παρουσιάζεται στη σκηνή ο Άντρας, είναι όμως αδιάκοπα παρών, διάχυτος, εδρεύει στα παρασκήνια, κάνει τις αμπαρωμένες αυτές γυναίκες να φρενιάζουν. Είναι αισθητός σα φύλο, όχι σαν άτομο, σαν το άλλο, συμπληρωματικό στοιχείο της ζωής, που χωρίς αυτό λείπει η πλήρωση, και τότε η θηλυκή φύση αισθάνεται ακρωτηριασμένη: Γιατί πέρα από το ζευγάρωμα, δεν θα μπορέσει να φτάσει τον απώτερο, τον κύριο στόχο της, που είναι το παιδί. Μονάχα η Μαρία Χοσέφα, η υπέργηρη και μισοπάλαβη γιαγιά, το έχει συνειδητοποιήσει τούτο. Μέσα στην παράκρουσή της, που της δίνει προεκτάσεις σχεδόν συμβολικές, η Γιαγιά, λέει λόγια που φωτίζουν.

Περιχυμένο από φως ωμό, αδυσώπητο, ισπανικό, το έργο αυτό του Λόρκα κρύβει την ψυχή του σε μιαν από τις γωνιές όπου η κοφτή σκιά είναι πυκνή. Ποίηση σκληρή κι αυστηρή, δίχως γλυκασμούς, το διαπνέει. Το τοπίο που υποβάλλεται γύρω από το κατάκλειστο σπίτι του πένθους και του πάθους είναι ψυχικό, όχι εξωτερικά φυσικό. Ζέστη φοβερή, κάψα θεριεμένη, “σα λυωμένο μολύβι”, φλογίζει τα πλάσματα του κόσμου. Πρόκειται για μια φλόγα οικουμενική, που φοβερίζει να κάνει τα πάντα παρανάλωμα. Στην αυλή τ’ άλογο, μέσα στο σκοτάδι, γίνεται θεόρατο με την ασπράδα του, μοιάζει με στοιχειό. Ο πόθος δεν είναι φιλαρέσκεια, νάζι, δίψα ηδονής, παιχνίδισμα του ναρκισσισμού· είναι μυστική θύελλα, φυσικός νόμος. Γι’ αυτό και πίσω απ’ τη σύγκρουση των κοριτσιών της Μπερνάρντα μεταξύ τους, μαντεύουμε κάτι που ξεπερνάει τη θέλησή τους και την ευθύνη τους. Μήπως όμως και η ίδια η Μπερνάρντα συνειδητοποιεί τις προθέσεις της; Δεν το ξέρουμε. Η τιμή, το έθιμο, η μητρική εξουσία, γίνονται στα χέρια της όπλα φοβερά. Μοιάζει να εκδικείται για τη χηρεία της, να την καίει κρυφά ο φιμωμένος καημός του θηλυκού ζώου. Ο άντρας τώρα, στα μάτια της, γίνεται Πειρασμός, ο βέβηλος που πρέπει με κάθε θυσία να κρατηθεί μακριά από τον ιερό χώρο. Και η άγρια, παράφορη ψυχή της φτάνει ίσαμε τη χειρονομία του εγκλήματος, για να τιμωρήσει, για να σώσει το απαραβίαστό της, και –ίσως– για να εκδικηθεί.

____________________________

  • Από το έντυπο πρόγραμμα του Εθνικού Θεάτρου όταν παίχτηκε “Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα” (14/12/1962 – 25/01/1963), σε σκηνοθεσία του Αλέξη Μινωτή.
  • Κεντρική φωτογραφία: Κατίνα Παξινού (Μπερνάρντα), Βέρα Ζαβιτσιάνου (Αδέλα), Πόπη Παπαδάκη (Αμέλια), Πίτσα Καπιτσινέα (Μαγδαλένα), Ελένη Χατζηαργύρη (Μαρτίριο), Ρίτα Μυράτ (Ανγκούστιας), Μυρσίνη Σαντοριναίου (Προυντέντσια). Πίσω της: Ελένη Ζαφειρίου (Πόνθια).

Μοιράσου το!
ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΔΡΩΜΕΝΑ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΙΣΩΣ ΣΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ