Κατίνα Παξινού: Μια μεσογειακή Μπερνάρντα

Κατίνα Παξινού: Μια μεσογειακή Μπερνάρντα

Μοιράσου το!

  • ΚΑΤΙΝΑ ΠΑΞΙΝΟΥ

ΕΙΧΑ την ατυχία, και την τύχη μαζί, να ζήσω τη φοβερή περιπέτεια του τελευταίου μεγάλου πολέμου στην Αγγλία, να τορπιλλιστώ στον Ατλαντικό φεύγοντας για την Αμερική, και να βρεθώ επιτέλους στη Νέα Υόρκη, ύστερα από την απίστευτη εκείνη οδύσσεια, αποξενωμένη από πατρίδα, δικούς και φίλους.

Όταν τέτοιες φοβερές δοκιμασίες περάσουν, τις αποξεχνάει σιγά-σιγά κανένας.. Με τις μικρές, τις σκληρές καθημερινές δοκιμασίες που ‘ζησα στην αρχή όταν αποβιβάστηκα χωρίς ρούχα, χωρίς χρήματα, χωρίς γνωριμίες, ξένη μέσα σε ξένους, σ’ έναν απέραντο τόπο, δεν τις λησμόνησα ποτέ.

Η μοίρα, λέω, το θέλησε κάποτε κ’ έβαλε τέλος σ’ αυτά τα τιποτένια μου βάσανα όταν, σαν από μηχανής θεός, μου παρουσιάστηκε ο όλος της Πιλάρ στην ταινία “Για ποιον χτυπά η καμπάνα”. Είχα παίξει στο μεταξύ την έντα Γκάμπλερ του Ίψεν στο Μπρονγουαίη, αλλ’ οι κινηματογραφικοί πράκτορες δεν την θεωρούσαν σχετική με το ρούστικο ισπανικό ρόλο και δε μου ‘καναν τότε καμιά πρόταση.

Η “Παραμάουντ” είχε από καιρό δοκιμάσει πολλές ονομαστές πρωταγωνίστριες του θεάτρου και του κινηματογράφου που δεν ικανοποιούσαν το σκηνοθέτη της ταινίας για λόγους φυσικής εμφάνισης και κατάλληλης ιδιοσυγκρασίας.

Αναφέρω αυτή την ταινία από μυθιστόρημα του Χεμινγουαίη γιατί απ’ αυτήν δόθηκε η αφορμή να μου αναθέσουν αργότερα για τη σκηνή το ρόλο της Μπερνάρντα Άλμπα στο ομώνυμο και το σπουδαιότερο έργο του Λόρκα.

Amazon.com: Posterazzi For Whom The Bell Tolls Katina Paxinou 1943 Photo Poster Print, (8 x 10): Posters & Prints

Στο ρόλο της Πιλάρ στην ταινία «Για ποιον χτυπάει η καμπάνα» 

Όταν τελικά μετά τα δοκιμαστικά που ‘γιναν στο Χόλλυγουντ μου δόθηκε ο ρόλος της Πιλάρ, είδα στο στούντιο διάφορα σκίτσα για τα κοστούμια σχεδιασμένα από τους καλλιτέχνες της εταιρίας. Χωρίς να ‘χω καμιά συγκεκριμένη γνώση για το πώς θα ‘πρεπε να ‘ταν ντυμένη η Πιλάρ, με το μεσογειακό μου ένστικτο τα βρήκα ανάρμοστα, σαν πολύ φανταχτερά, και κάπως δειλά έφερα τις αντιρρήσεις μου, προσπαθώντας να εξηγήσω πως ο χαραχτήρας που με κάλεσαν να υποδυθώ, δε διέφερε και πολύ από τις παρόμοιου τύπου γυναίκες της νησιώτικης Ελλάδας. Στις αντιρρήσεις μου αυτές συνάντησα το ειρωνικό χαμόγελο του σκηνοθέτη Σαμ Γουντ που με ρώτησε: πώς μπορώ να ξεχωρίσω πώς ντύνονται οι Ισπανίδες αφού ποτέ, όπως είχα πει, δεν είχα πάει στην Ισπανία. Δικαιολογήθηκα πως εμείς οι μεσογειακοί δε διαφέρομε και πολύ στο ντύσιμο, και δεν ξέρω βέβαια ακριβώς, αλλά φαντάζομαι πώς περίπου πρέπει να ‘ναι το κοστούμι της Πιλάρ. τον προκάλεσα, αν ήθελε να δοκιμάσει την κρίση μου, να μ’ άφηνε να διαλέξω πρόχειρα από το βεστιάριο του στούντιο ό,τι νόμιζα κατάλληλο. Βέβαιος για την αποτυχία μου αλλά και γεμάτος περιέργεια συμφώνησε και μ’ έστειλε στα εργαστήρια να ντυθώ όπως νόμιζα, πράγμα που ‘κανα αμέσως με τη βοήθεια της διάσημης ενδυματολόγου Ήντιθ Χεντ.

Όταν την επομένη παρουσιάστηκα ντυμένη σα ρωμιά νησιώτισσα, ο ισπανός τεχνικός σύμβουλος της ταινίας που ‘χε καλέσει επίτηδες στο γραφείο του ο Σαμ Γουντ, μόλις με είδε φώναξε: Αυτή, μάλιστα! Αυτή είναι η Πιλάρ! Έτσι ντυμένη δραματικά, κι όχι με τα ρούχα που της ετοίμαζαν.

Bergman, Ingrid; Paxinou, Katina; Cooper, Gary; For Whom the Bell Tolls

(από αριστερά) Ίνγκριντ Μπέργκμαν, Κατίνα Παξινού, και Γκάρι Κούπερ στην ταινία “Για ποιον χτυπά η καμπάνα” (1943).

Έτσι, το αυτοσχέδιο κοστούμι μου κατακυρώθηκε μαζί με το πενταετές συμβόλαιο που υπέγραψα με την εταιρία. Η ταινία γυρίστηκε, πέτυχε, εγώ για την Πιλάρ πήρα το Όσκαρ, και χιλιάδες άνθρωποι για μήνες έμπαιναν στους κινηματογράφους της Αμερικής να τη δούνε. Ο Φρανθίσκο Γκαρθία Λόρκα, καθηγητής της ισπανικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, αδερφός του μεγάλου ποιητή, ενθουσιάστηκε τόσο όταν την είδε, που αποφάσισε να προτείνει ν’ ανεβαστεί στο Μπροντγουαίη το έργο του αδελφού του “Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα”, μ’ εμένα στον κεντρικό ρόλο. Συμφώνησε τελικά με τον κορυφαίο Αμερικανό σκηνογράφο Στούαρτ Τσένεϋ που ανέλαβε όχι μόνο να σχεδιάσει τα σκηνικά και τα κοστούμια, αλλά να γίνει ο παραγωγός της παράστασης με προσωπική οικονομική του ευθύνη.

Τον ίδιο καιρό ολοκληρώνονταν οι ενέργειες για να ιδρυθεί το Εθνικό Αμερικανικό Θέατρο κ’ οι επικεφαλής της κίνησης γύρω απ’ αυτό μου πρότειναν να πάρω μέρος σαν μέλος του πρώτου Εθνικού Θιάσου παίζοντας σε έργα ρεπερτορίου με τα οποία θα το εγκαινίαζαν. Και πραγματικά τότε ιδρύθηκε το Α.Ν.Τ.Α. (δηλαδή Αμερικανικό Εθνικό Θέατρο και Ακαδημία) που άνοιξε τις πύλες του, στο ομώνυμο θέατρο, στους 54 δρόμους του Μπροντγουαίη, τα Χριστούγεννα του 1950. Το θιασο αποτελούσαν εκλεκτοί Αμερικανοί πρωταγωνιστές όπως η Έλεν Χέιζ, ο Χοσέ Φερέρ, ο Καρλ Μόλντεν, ο Τζων Γκάρφιλντ και άλλοι πασίγνωστοι ηθοποιοί. Το έργο του Λόρκα περιελήφθη στο πρόγραμμα και παίχτηκε μετά τις γιορτές με μεγάλη επιτυχία.

Τεχνικός σύμβουλος της παράστασης ήταν στις δοκιμές ο ίδιος ο Φρανθίσκο Λόρκα. Όπως είναι γνωστό “Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα” είχε πρωτοπαιχτεί στο Μπουένος Άιρες κι ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα είχε καθορίσει σε επιστολή του τις λεπτομέρειες και τον τρόπο που επιθυμούσε να παιχτεί, κ’ έδινε συμβουλές πολύ χρήσιμες για κάθε ηθοποιό της διανομής. Θυμάμαι με συγκίνηση όταν μου διάβασε την επιστολή του αδικοσκοτωμένου αδελφού του, που ‘δινε μεγάλη σημασία στον τρόπο με τον οποίο ήθελε να προφερθούν τα τρία τελευταία λόγια της Μπερνάρντα: “Σιωπή, σιωπή, σιωπή”. Από τον ίδιο έμαθα ακόμα πως η Μπερνάρντα ήταν υπαρκτό πρόσωπο και μάλιστα γειτόνισσά τους. Το κτήμα τους στο Βαλντερρουμπίο συνόρευε με το δικό της. Ήτανε μια γυναίκα σκληρή, τρεις φορές παντρεμένη μ’ επτά κόρες, όλες ανύπαντρες, μεγαλοκοπέλες, εκτός απ’ τη μικρότερη που ήταν κ’ η πιο όμορφη.

Τα κτήματά τους είχαν ένα κοινό πηγάδι και μοιραζόντουσαν το νερό. Μια φορά το χρόνο, σε μια γιορτή σμίγανε οι κόρες της Μπερνάρντα με τους αδελφούς Λόρκα και τρώγανε καρπούζια γύρω απ’ το πηγάδι. οι Λόρκα ωστόσο, κάθε μέρα ακούγανε τις φωνές και το ξύλο που έπεγτε στο γειτονικό σπίτι και προσπαθούσανε να κρυφοβλέπουν από τα παράθυρα τι γινότανε  στο διπλανό νοικοκυριό.

‘Ολ’ αυτά που μου διηγότανε ο Φρανθίσκο διοχέτευσαν μέσα μου αυθεντικά, την προσωπικότητα της Μπερνάρντα κ’ εγώ, μ’ ένα δέος ανάμιχτο με γοητεία, έστησα στη φαντασία μου τον τραχύ χαραχτήρα αυτής της ατόφιας Ισπανίδας, της σκληρής σαν το απότιστο χώμα τη πατρίδας της. Ρίχτηκα με πάθος στη σπουδή του ρόλου που ‘νιωθα πως μου πήγαινε πολύ. Αν όμως τα πράγματα για μένα τη μεσογειακή δε φανέρωναν ακατανίκητες δυσκολίες, οι Αμερικανίδες συνάδελφοι που ‘παιζαν τους ρόλους των κοριτσιών, συνάντησαν μεγάλα εμπόδια, γιατί δεν τους ήταν καθόλου εύκολο ν’ αλλάξουν την αγγλοσαξωνική τους ιδιοσυγκρασία και να μπούνε στο μεσογειακό κλίμα. Αλλάχτηκαν τρεις Πόνθιες και κατάφυγαν στη Λατινική αμερική για να βρουν ηθοποιό που ν΄ ανταποκρίνεται στις ηθογραφικές απαιτήσεις του ρόλου. Μια νέα, αλλά καθιερωμένη ήδη πρωταγωνίστρια στο Μπροντγουαίη, που ‘χε αποφοιτήσει τον ίδιο χρόνο με τον Μάρλον Μπράντο από το “Άκτορς στούντιο”, γνωστή σ’ όλους κι από τον Κινηματογράφο, η Κιμ Στάνλεϋ, έπαιξε την Αντέλα, άρεσε και συγκίνησε κιόλας πολύ.

Έχω κρατήσει μια ευγνώμονα ανάμνηση απ’ αυτή την εμπειρία μου στη σκηνή του Α.Ν.Τ.Α. με το έργο του Λόρκα, όπως κι αργότερα με την παράσταση στην Τηλεόραση του B.B.C. στο Λονδίνο με τον “Ματωμένο γάμο”, όπου έπαιξα τη Μάνα κι όπου καλλιτεχνικός σύμβουλος της παραγωγής ήταν ο Ραφαέλ Μαρτινέθ Ναντάλ, ο επιστήθιος φίλος και συνεργάτης  του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα στην περίφημη “Μπαρράκα” μαζί με τον Σαλβαντόρ Νταλί. Οι κριτικές κ’ η υποδοχή του Κοινού και στις δυο μεγάλες χώρες ήταν αποθεωτική.

Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα (1963). Εθνικό Θέατρο: Κεντρική Σκηνή. Μπροστά: Κατίνα Παξινού (Μπερνάρντα). Πίσω: Ελένη Ζαφειρίου (Πόνθια).

Στην Ελλάδα, και στα δυο ανεβάσματα του Μινωτή στο “Ρεξ” και το Εθνικό, ήμουνα πιο τυχερή, παίζοντας τη Μπερνάρντα μ’ εξαιρετικά ταλαντούχους συναδέλφους, της ίδιας με μένα καταγωγής, στη θεσπέσια μετάφραση του Νίκου Γκάτσου και τα ωραία σκηνικά του Γιάννη Τσαρούχη.

Έτσι ο δεσμός μου με το έργο του Λόρκα έγινε βαθύς και πάντα νοσταλγώ να ξαναπαίξω τη Μπερνάρντα σε μια μελλοντική επανάληψη, και τη Μάνα του “Ματωμένου γάμου” ελληνικά, στη σκηνή του Εθνικού ή όπου και να ‘ναι.

  • Πρώτη δημοσίευση: ΘΕΑΤΡΟ | Δίμηνη θεατρική επιθεώρηση. Χρόνος Ε΄, τεύχος 29-30. Σεπτ.-Δεκέμβρης 1966 

Μοιράσου το!
ΔΡΩΜΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΙΣΩΣ ΣΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ