«Νικόλαος Σκανδάμης, ένας θεατράνθρωπος στην Αμαλιάδα των αρχών του 20ού αιώνα»

«Νικόλαος Σκανδάμης, ένας θεατράνθρωπος στην Αμαλιάδα των αρχών του 20ού αιώνα»

Μοιράσου το!

  • ΝΙΚΟΣ ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΣ

Θόδωρου Σκανδάμη: Νικόλαος Σκανδάμης. Ο Αμαλιαδίτης ποιητής και άνθρωπος του θεάτρου. Αφηγηματική εργοβιογραφία. Εκδόσεις Βιβλιόραμα, σελίδες 266, 1993.

Ο Νικόλαος Σκανδάμης μοιάζει να έχει επίκεντρο της ζωής του μιαν επίμονη έγνοια, που δεν διαφέρει, έτσι παρουσιασμένη, από ψύχωση! Την ιδέα του θεάτρου! Είναι φιλοσοφική θεώρηση; Είναι ψυχολογική ανάλυση; Είναι συναισθηματική αντίδραση, που καταγράφεται με τρόπο άμεσο και ωμό; Μάλλον το τελευταίο. Μόνο που, το κύμα, καθώς περνάει μέσα από τη συνείδηση ενός διανοουμένου, διαθλάται φαντασμαγορικά, παίρνει την αυστηρή λάμψη του κοσμοθεωρητικού διαλογισμού, ή τη φλογοκόκκινη της παθιασμένης μεταφυσικής ανταρσίας.

Άλλοτε πάλι γίνεται αυτοανάλυση φωτισμένη από μιαν οξυδέρκεια εξαντλητική, αδυσώπητη. Καθώς όμως δεν κατατείνει σε μια θεωρητική συστηματοποίηση, αλλά μας προσφέρεται αρητόρευτη, αποσπασματική, σαν πρώτη, ζέουσα ύλη, καταλήγει ν’ αποκτά μια γενικότητα πολυσήμαντη. Ο φαινομενικά υποκειμενικός αυτός φθόγγος καταλαβαίνουμε πως μας αφορά όλους. Από εκεί και η σημασία του.

Ο επιπόλαιος θα μιλήσει ίσως εδώ για την αμετροέπεια ενός φανατικού τοπικιστή. Όμως δεν είναι έτσι. Μ’ όλο που οι πληροφορίες για τη ζωή και τη δράση του μας παρέχονται με τομές κάθετες, σε βάθος, κι επίπεδα που διασταυρώνονται, έχουν ωστόσο ένα άρωμα ιδιαίτερο, ανεπανάληπτο.

Παραξενεύεται κανένας να βρίσκει αποχρώσεις δροσερότατες. Άραγε τα νιάτα, η χλωρή ηλικία, να έχουν παντού τα ίδια τρυφερά χρώματα, άσχετα με το τι θα επακολουθήσει;

Το θέατρο, με το οποίο ο Νικόλαος Σκανδάμης ασχολείται, δείχνεται συνεπές με τον εαυτό του κατά το μέτρο όπου ορίζεται ως έρευνα, πορεία, ενδεχόμενο ανοιχτό, όχι απόληξη.

Ο Σκανδάμης ξεσκεπάζει τα χαρτιά του όταν, ταυτόχρονα, επιτρέπει την υπόνοια πως ενδιαφέρεται περισσότερο να οικοδομήσει ένα γεγονός μέσα στην Ιστορία, παρά να το εκφράσει. Και το γεγονός ήταν η δημιουργία θεατρικής κίνησης και ζωής στην πατρίδα του, στο μεταίχμιο δύο αιώνων: στο τέλος του δέκατου ένατου και στις αρχές του εικοστού αιώνα.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι ν’ αντιλαμβάνεται κανείς την πραγματικότητα. Το ζήτημα είναι σε τι επίπεδο την καθορίζει. Για τον καλλιτέχνη οι πραγματικότητες είναι όσες και οι ιδιοσυγκρασίες. Αν για τον επιστήμονα το όραμα της ζωής περιορίζεται, σε κάθε περίπτωση, από τις συντεταγμένες των φυσικών νόμων, για τον καλλιτέχνη οι αστάθμητες αντιδράσεις συνθέτουν μια φαντασμαγορική άποψη του κόσμου.

Αν προσέξουμε κάπως το σύμπαν του καθενός από τους μεγάλους, είτε αφηγητές είτε καλλιτέχνες του προπερασμένου αιώνα που τον γεφυρώνουν με τον εικοστό, θα διαπιστώσουμε ότι εκείνο που δίνει στον καθένα το κύρος του είναι τα ανόμοια στοιχεία, όχι τα όμοια. Άρα το κύρος το δίνει η άρνηση του αντικειμενικά πραγματικού. Οι πιο τυπικά «ρεαλιστές» είναι δημιουργοί του κόσμου τους. Ένας τέτοιος ήταν και ο Νικόλαος Σκανδάμης!

Αλλού, λοιπόν, θα έπρεπε να τοποθετήσει κανένας τη σχέση καλλιτεχνικού – πραγματικού κι όχι στις κοινόχρηστες εκδοχές αυτών των όρων. Το θέμα είναι πώς αντικρίζει την τέχνη του ο καλλιτέχνης. Την αντικρίζει σαν κάτι που βρίσκεται σε συνάρτηση – όχι εξάρτηση – μ’ έναν τρίτο παράγοντα, είτε πρότυπο κόσμου λέγεται αυτό είτε κοινό (αναγνώστης, θεατής)-δέκτης, είτε αντίληψη «θρησκευτική» της τέχνης, δηλαδή πεποίθηση πως η τέχνη αποτελεί λειτούργημα ελεύθερο μεν αλλά γι’ αυτό ακριβώς αποστολικό; Ή μήπως τη βλέπει σαν κάτι αποκομμένο από κάθε αντιστοιχία και υποχρέωση, κάτι αυτόνομο, έναν αυθαίρετο ισχυρισμό μέσα στην πλάση;

Στην περίπτωση του Σκανδάμη έχουμε έναν καλλιτέχνη αφοσιωμένο σε μια τέχνη που καίει τα πυρομαχικά της όχι για πυροτεχνήματα αλλά για την οικοδόμηση ζωής.

Δεν γνωρίζουμε αν ο Σκανδάμης είχε θεατρική παιδεία. Το πιθανότερο είναι ότι δεν είχε. Άλλωστε, στην Αμαλιάδα το 1880 περίπου, που ήταν μια κωμόπολη με ελάχιστο πληθυσμό, δεν υπήρχε θέατρο, και φυσικά δεν αποτελούσε σταθμό για τα περιφερόμενα μπουλούκια της εποχής ή για κάποιους μεγαλόσχημους θιάσους της Αθήνας. Αναφέρεται το «πέρασμα»» ενός θιάσου παντομίμας! Κι αυτό ωστόσο, θ’ αποτελέσει το έναυσμα για μια ομάδα νέων της Αμαλιάδας για την ενασχόλησή τους με μια τέχνη που έδειχνε να απελευθερώνει πρωτόγνωρες εσωτερικές διεργασίες. Και σε τελευταία ανάλυση οι νέοι εκείνοι διαπίστωναν ότι οι δικές τους προσπάθειες για παντομίμα συνέτειναν στην επικοινωνία που ήταν το ζητούμενο.

Η θεατρική κίνησις εις την Αμαλιάδα ήρχισε από τους Καλλιτσαίους, από του έτους 1886, μετά την αναχώρησιν του παντομιμικού θιάσου Ε. Βανδώρου. […] Οι αρχίσαντες την θεατρικήν κίνησιν Καλλιτσαίοι δεν ενήργουν κατόπιν δια νευμάτων, ως ο προηγούμενος θίασος, αλλά με διάλογον. […] Ο κυριώτερος ήτο ο γράφων τας γραμμάς αυτάς Ν. Σκανδάμης

Ο Σκανδάμης θα γίνει ο ληξίαρχος μιας εποχής σκληρής, ενδεχομένως ανυποψίαστης για τα μεγάλα γεγονότα που θα αναστάτωναν τη ζωή του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.

Η αφηγηματική εργοβιογραφία του Θόδωρου Σκανδάμη, για τον Αμαλιαδίτη ποιητή και άνθρωπο του θεάτρου Νικόλαο Σκανδάμη, αποτελεί μια πρώτη προσπάθεια αποθησαύρισης των στοιχείων εκείνων που θα μας βοηθήσουν να συνθέσουμε το πορτρέτο ενός ανθρώπου, ο οποίος με το έργο του και την εν γένει πολιτιστική δράση του κάλυψε με ασίγαστο πάθος μια περίοδο περίπου 55 χρόνων – από το 1890 μέχρι και το 1944.

Ποιητής, ερασιτέχνης ηθοποιός, συγγραφέας ή διασκευαστής κυρίως πατριωτικών θεατρικών έργων, φλογερός εκφωνητής σε αναρίθμητες εκδηλώσεις κοινωνικού ή πατριωτικού χαρακτήρα, εκδότης σατιρικής εφημερίδας, ζωγράφος…

Ένας δάσκαλος ήταν ο Νικόλαος Σκανδάμης, και δεν ησύχασε ποτέ στη διάρκεια του βίου του. Ανήσυχος εκπαιδευτικός, ένας ανθρώπινος τύπος με εκρηκτικό δυναμισμό, που ξεπερνούσε τα αμαλιαδίτικα πλαίσια, γιατί ενσάρκωνε το ανήσυχο και τρικυμισμένο πνεύμα μιας εποχής χαρακτηρισμένης από το πάθος για πρόοδο.

Ο Σκανδάμης δεν θα υποστείλει την ανησυχία του αυτή παρά το γεγονός ότι η χώρα θα περάσει από καυδιανά δίκρανα, την πικρή ήττα του 1897, τους βαλκανικούς πολέμους, την Μικρασιατική καταστροφή, δικτατορίες, γερμανική κατοχή…

Ήταν κυριολεκτικά καρφωμένος στη γενέτειρά του και απουσίασε μονάχα όταν πήγε στο Γυμνάσιο της Πάτρας, όπου είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει τη θεατρική κίνηση από επαγγελματικούς θιάσους, και όσο υπηρέτησε ως δημοδιδάσκαλος σε σχολεία του γειτονικού δήμου Μυρτουντίων: της Ανδραβίδας και των Λεχαινών. Επίσης απουσίασε και κατά τη διάρκεια των σπουδών του στην Ακαδημία της Κέρκυρας.

Εκεί, στην Κέρκυρα θα τον γνωρίσει η μεγάλη πρωταγωνίστρια της εποχής Ευαγγελία Παρασκευοπούλου. Ήταν Απρίλιος του 1903 και η Παρασκευοπούλου είχε επισκεφθεί την Κέρκυρα για σειρά παραστάσεων. Η αποχώρηση για κάποιους προσωπικούς λόγους τού πρωταγωνιστή της, θα την αναγκάσει να αναζητήσει άλλον και κάποιος Κερκυραίος θα της προτείνει τον Σκανδάμη που τον είχε δει σε ένα από τα έργα της εποχής να υποδύεται τον Αθανάσιο Διάκο.

Η συμμετοχή του στο θίασο θα σημάνει και την αποκάλυψη ενός ταλέντου που θα ενθουσιάσει την Παρασκευοπούλου, η οποία και θα του προτείνει μόνιμη συνεργασία. Τα στοιχεία που υπάρχουν δεν δίνουν πληροφορίες για τη συνέχεια, πέραν από το ότι, όπως αναφέρει ο Πάνος Παναγόπουλος στην «Αμαλιάδα» του, ο Σκανδάμης μαζί της «περιώδευσε Σμύρνη και Αλεξάνδρεια, απ’ όπου γύρισε στην Ακαδημία, αφήνοντας τον θίασο και το θέατρο».

Κι εδώ είναι φανερό ότι ο Σκανδάμης άφησε το «επαγγελματικό» θέατρο, διότι γυρνώντας στην αγαπημένη του Αμαλιάδα, θα συνεχίσει την ερασιτεχνική του ενασχόληση με αυτό, παρά και τις πρακτικές δυσκολίες που πλέον αντιμετώπιζε, αφού στο μεταξύ είχε διοριστεί ως δημοδιδάσκαλος.

Ο Σκανδάμης δεν επιδίωξε ν’ ασχοληθεί επαγγελματικά με το θέατρο. Το θεωρούσε ότι είναι μια τέχνη παιδευτική και πάντοτε επιζήτησε τη μαζική συμμετοχή στις θεατρικές ομάδες που δημιουργούσε. Ο ίδιος έπαιζε, σκηνοθετούσε, έγραφε τα έργα κι αποτελούσε την κινητήρια δύναμη. Ήταν ο εμψυχωτής κάθε προσπάθειας που σκοπό της είχε πάντοτε τη δημιουργία θεατρικής δράσης που ν’ αγκαλιάζει την πόλη του. Δεν έχανε την ευκαιρία, με αφορμή τις θρησκευτικές ή εθνικές εκδηλώσεις, να οργανώνει θεατρικά δρώμενα.

Στην αρχή ήσαν κάποιοι θεατρικοί μονόλογοι από δημοφιλή έργα γνωστών συγγραφέων της εποχής, απαγγελίες ποιημάτων, μιμήσεις, κωμικοί διάλογοι. Είναι χαρακτηριστικά τα όσα ο ίδιος αναφέρει για τα μέλη της θεατρικής ομάδας του, τα οποία επιδίδονταν

«εις κωμικάς πράξεις, τα οποίας ελάμβανον από την ζωήν των κατοίκων της πόλεώς των και των περιχώρων, σατιρίζοντες επιτυχώς πρόσωπα, από τα οποία δεν εφοβούντο παρεξήγησιν. […] Εκτός τούτων, εδίδασκε μετ’ άλλων νέων συνομηλίκων του και διάφορα δραματικά θεατρικά έργα από σκηνής, αλλά και εν υπαίθρω, […] και κωμωδίας ιδικάς του και ξένας, χάριν διασκεδάσεως, συγκεντρώνων όχι μόνον τους συμπατριώτας του, αλλά και τους κατοίκους των γύρω χωρίων, ένεκεν των οποίων είχε καταστεί γνωστότατος εις αυτά. […] Βλέπων ότι το εθνικόν φρόνημα ήτο υψηλόν και εδίψων να βλέπουν τοιαύτα έργα, επροτίμα τας αναπαραστάσεις εθνικών δραματικών επεισοδίων».

Οι συνθήκες για τη δημιουργία θεατρικής ζωής δεν ήσαν πάντοτε ευνοϊκές. Όπως ο ίδιος αναφέρει, οι θεατρικές εκδηλώσεις γίνονταν σε κάποιες ευρύχωρες αίθουσες ή στην ύπαιθρο. Αυτό όμως δεν αποτελούσε εμπόδιο για τον Σκανδάμη. Μπορεί στο ξεκίνημα της θεατρικής του δραστηριότητας να συμμετείχε ο κόσμος, και να υπήρχε ανταπόκριση από τους κατοίκους της πόλης του.

Ωστόσο και οι γενικότερες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες δεν ήσαν ευχάριστες και η προσπάθειά του έδειχνε να εκφυλίζεται κάποιες φορές,  αφού είχε ν’ αντιμετωπίσει την αδιαφορία του κόσμου. Αυτό ήταν και η αφορμή να γράψει ο ίδιος ένα θεατρικό έργο με τοπικό χρώμα  για να κινήσει το ενδιαφέρον των συμπολιτών του. Ήταν ο «Τρελός υπηρέτης», μια έμμετρη μονόπρακτη κωμωδία, που εκδόθηκε το 1898 σε βιβλίο, στην Πάτρα. Ιδού τι έγραφε στον πρόλογο του βιβλίου, ένα μοναδικό αντίτυπο του οποίου βρέθηκε, συμπτωματικά σε συγγενικό σπίτι, όπως αναφέρει ο Θόδωρος Σκανδάμης:

«Μεγάλοι και περιφανείς άνδρες έγραψαν περί της Ελληνικής σκηνής, και ιδίως περί της αρχαίας Ελληνικής, ην ησπάσθησαν άπαντα σχεδόν τα έθνη προς αναμόρφωσιν των λαών των. Και δια τούτο, ο ηθοποιός κατατάσσεται εις την λαμπροτέραν και εκλεκτοτέραν της κοινωνίας τάξιν, επαινούμενος και στεφανούμενος. […] Δυστυχώς όμως παρ’ ημίν συμβαίνει τουναντίον. Ο ηθοποιός σήμερον θεωρείται παρά τοις σημερινοίς Έλλησιν ως άνθρωπος κατωτέρας τάξεως και περιφρονείται ίσως, […] ενώ τόσοι και τόσοι μεγάλοι ποιηταί και άλλοι ηράσθησαν της τέχνης ταύτης. […] Δι’ ό, φίλε αναγνώστα, αισθανθείς ήδη ικανάς τας μικράς μου δυνάμεις, επεχείρησα την σύνθεσιν της ανά χείρας κωμωδίας εις έμμετρον και απλήν γλώσσαν, υπονοών πλήρη αλήθειαν απορρέουσαν εκ της πόλεως Αμαλιάδος…»

Το 1899 θα δημοσιεύσει κι άλλη μια έμμετρη κωμωδία με τίτλο «Μέγα Ιατρικόν Συμβούλιον», για την οποία δεν υπάρχουν στοιχεία στις σημειώσεις του.

Μπαίνοντας στον πρώτο χρόνο του εικοστού αιώνα ο Σκανδάμης θα βρεθεί σπουδαστής, όπως προαναφέραμε, στην Ακαδημία της Κέρκυρας. Θα συμμετάσχει σε παραστάσεις, του ερασιτεχνικού θιάσου της Ακαδημίας και θ’ αποκτήσει την πολύτιμη εμπειρία της συμμετοχής του στο θίασο της Ευαγγελίας Παρασκευοπούλου.

Ο διορισμός του, στη συνέχεια, θα δυσκολέψει τα πράγματα, αφού θα έχει ελάχιστες ευκαιρίες για την οργάνωση θεατρικών εκδηλώσεων. Ωστόσο, θα εκτρέψει τη δημιουργικότητά του στην ποίηση, και δια της ποιήσεως θα εκφράσει το βαθύ του παράπονο για την αδιαφορία των ιθυνόντων της πόλης στις εκκλήσεις του για τη δημιουργία ενός χώρου κατάλληλου να στεγάσει τα καλλιτεχνικά του οράματα που θα ξεπερνούν το θέατρο και θα απλώνονται σε κάθε πνευματική ή καλλιτεχνική εκδήλωση. Αλλά μη φανταστεί κανείς ότι ο δήμος της Αμαλιάδας ήταν κάποιος πλούσιος δήμος. Κάθε άλλο…

Μπαίνοντας στα 1908, εντέλει, θα είναι στη διάθεση του ερασιτεχνικού ομίλου που δημιούργησε, η αίθουσα της Φιλαρμονικής,  διασκευασμένη σε θέατρο. Τα λιγοστά δημοσιεύματα της εποχής αναφέρουν ότι θα παιχτεί του Βολτέρου το «έξοχον δράμα Ζαΐρα», την οποία «υπεδύθη άριστα η δεσποινίς Βλάχου», τον δε «Οσμάν», «ο δημοδιδάσκαλος Νίκος Σκανδάμης, θιασώτης του θεάτρου και συγγραφεύς θεατρικού έργου»… Παίχτηκε επίσης και η κωμωδία «Ενοικιάζεται» των Λάσκαρη και Δημητρακόπουλου. Η οικονομική δυσπραγία του δήμου Αμαλιάδας δεν θα επιτρέψει τη συνέχιση των παραστάσεων στην αίθουσα της Φιλαρμονικής.

Πάντως, η έστω ερασιτεχνική κίνηση που ο Σκανδάμης συντηρούσε στην Αμαλιάδα, θα αγγίξει και τους θεατρανθρώπους της πρωτεύουσας που θα εντάξουν την πόλη στους σταθμούς των περιοδειών τους στην επαρχία και φυσικά ο Σκανδάμης θα είναι ο άνθρωπός τους από τον οποίο θα ζητούν πληροφορίες για τις προτιμήσεις του κοινού. Και επιπλέον ο ίδιος θα γράφει κομμάτια κυρίως σατιρικά και πατριωτικά, τα οποία οι περιοδεύοντες θίασοι τα ενσωμάτωναν στις παραστάσεις τους. Μερικές φορές έπαιζαν και ολόκληρα δικά του έργα.

Ένα πεντάπρακτο έμμετρο έργο του με τίτλο «Μάρω η επίορκος» θα παιχτεί από τον περιοδεύοντα θίασο του Δημητρίου Ρέντζου στις 9 Ιανουαρίου 1910 στο Θέατρον Φιλαρμονικής, όπως αναφέρεται σε θεατρικό μονόφυλλο που βρέθηκε σ’ ένα παλιό βιβλίο του. Το χαρακτηριστικό είναι ότι θα πρωταγωνιστήσει ο ίδιος ο Σκανδάμης, και θα κάνει και τη διδασκαλία του έργου του.

Η εφημερίδα «Πατρίς» του Πύργου γράφει σε σχετικό δημοσίευμά της:

«Απόψε υπό του θιάσου (του Δ. Ρέντζου) διδάσκεται το λαμπρότατον ειδυλλιακόν δράμα Μάρω η επίορκος, έργον του συμπολίτου μας δημοδιδασκάλου κ. Ν. Σκανδάμη. Η υπόθεσις τούτου έχει ληφθή από την Ηλειακήν ζωήν. Όλοι οι συμπολίται πρέπει να παρευρεθώσι κατά την διδασκαλίαν ταύτην, ενθαρρύνοντες ούτω τον συμπολίτην συγγραφέα, όστις διακρίνεται δια το ποιητικόν αυτού τάλαντον. Εις την διδασκαλίαν θα λάβη μέρος και ο ίδιος ο κ. Σκανδάμης. Όλοι απόψε εις το θέατρον…»

Αλλά θα υπάρξει και συνέχεια από την εφημερίδα, αφού ο ανταποκριτής της εις την Αμαλιάδα θα γράψει μετά τρεις μέρες:

«Την εσπέραν του παρελθόντος Σαββάτου, καθώς ανήγγειλα, εδιδάχθη το ειδυλλιακόν δράμα Μάρω η επίορκος του συμπολίτου μας κ. Σκανδάμη. Το θέατρον κατεκλύζετο υπό θεατών, χειροκροτησάντων πολλάκις τον και διδάξαντα το έργον συγγραφέα, καθώς και τους λοιπούς ηθοποιούς….» (Πατρίς Πύργου, 12/01/1910).

Στα 1915 –σημειώνει ο Θόδωρος Σκανδάμης–, θα έχει έτοιμη μια διασκευή μάλλον («παράφραση», τη λέει αυτός) της «Ιφιγένειας εν Ταύροις» του Γκαίτε, από τη μετάφραση του Κωσταντίνου Χατζόπουλου. Από διάφορες αφηγήσεις, ξέρουμε ότι παίχθηκε τουλάχιστον δυο φορές.

Τον ίδιο χρόνο, θα γράψει κι ένα «μονόπρακτο δραματάκι» με τον τίτλο «Το όνειρο της μάνας» (έτσι το αναφέρει Ι.Κ. Γκρίλας στην «Πατρίδα» του Πύργου, 28/04/1944)

Για μια παράσταση του «Αγαπητικού της Βοσκοπούλας» από κάποιον περιοδεύοντα θίασο, με σύμπραξη και του Σκανδάμη, δεν θα ξέραμε τίποτε, αν δεν συνέτρεχε, ένα περιστατικό για να τη διασώσει. Είναι γνωστό πως ο Σκανδάμης στις παραστάσεις που διοργάνωνε συνήθιζε από παλιά να προσκαλεί ένα-δυο πρόσωπα κάθε φορά που δεν είχαν δει ποτέ τους θέατρο. Απλούς ανθρώπους τις περισσότερες φορές, έτσι για να τους δίνει τη χαρά της θεατρικής μέθεξης. Στην περίπτωση όμως του «Αγαπητικού της Βοσκοπούλας», η παλιά σπιτονοικοκυρά του από την Πηνεία –που θα είναι αυτή τη φορά η προσκαλεσμένη του–, τελείως ανίδεη από θέατρο, θα του επιφυλάξει μια έκπληξη. Καθώς ο ίδιος θα υποδύεται το ρόλο ενός γοητευτικού τσέλιγκα (που είναι έτοιμος κάποια στιγμή να νυμφευτεί τη θυγατέρα μιας όμορφης χήρας, χωρίς να ξέρει πως παίρνει την κόρη της αγαπημένης του των παιδικών του χρόνων), κάτω στο χώρο των θεατών, η προσκαλεσμένη του στην παράσταση θα περνάει στιγμές αγωνίας, με όλα τούτα τα πρωτόγνωρα που θα παρακολουθεί. Βλέποντας μάλιστα στη σκηνή μια γριούλα, να ζητάει από την όμορφη χήρα –πότε με παρακάλια, πότε με κατάρες– να ματαιώσει αυτό το γάμο, γιατί την κόρη τη θέλει ο γιος της για γυναίκα του, δεν θα μπορέσει να συγκρατηθεί άλλο. Την πρώτη στιγμή που θα βγει μετά ο Σκανδάμης στη σκηνή, θέλοντας να τον ειδοποιήσει για όλα αυτά που γίνονται… πίσω από την πλάτη του, θα σηκωθεί αναστατωμένη από τη θέση της και θα του φωνάξει με όλη της δύναμη:

  • Πρόσεξε, κυρ Νίκο, τη γριούλα! Θα στη χαλάσει τη δουλειά!

Και η παράσταση θα κάνει ώρα ύστερα να ξαναρχίσει, μέχρι να σταματήσουν τα γέλια…

Ο Σκανδάμης δεν θα σταματήσει την ενασχόλησή του με το θέατρο. Πότε γράφοντας και εκδίδοντας ένα θεατρικό έργο, πότε κάνοντας μετάφραση, πότε γράφοντας διαλόγους, πότε δημιουργώντας ομάδες, πότε συμμετέχοντας σε εθνικές εκδηλώσεις, αλλά και σχολικές. Μάλιστα δε, θεωρούσε ότι ανάμεσα στους νέους ανθρώπους, τους μαθητές και τις μαθήτριες, θα μπορούσε να βρει τις λύσεις που αναζητούσε, αφού δυσκολευόταν συχνά να οργανώσει ένα θεατρικό όμιλο. Τούτο οφειλόταν στο ότι η καθημερινότητα με τα προβλήματά της των συμπολιτών του, οι επαγγελματικές υποχρεώσεις τους, πολλές φορές οι προκαταλήψεις, δεν του επέτρεπαν να βρει ανθρώπους που θα διέθεταν χρόνο και διάθεση για το θέατρο.

Εκεί, λοιπόν, στα σχολεία θα βρει το έμψυχο υλικό για τη δημιουργία μαθητικών θεατρικών ομίλων. Στα λιγοστά δημοσιεύματα των εφημερίδων της εποχής πάντοτε θα αναφέρεται και το όνομα του Σκανδάμη, που εμπλεκόταν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στο ανέβασμα έργων από τους μαθητικούς ερασιτεχνικούς ομίλους.

Ο Σκανδάμης, αναφέρει σε μια προμελέτη του για την «Αμαλιάδα από Τουρκοκρατίας», πως «διηύθυνε την θεατρική κίνηση από του 1890 μέχρι του 1933». Και πραγματικά πέτυχε, με το ασίγαστο πάθος του, να συντηρήσει ένα κλίμα θεατρικής ζωής στην αγαπημένη του Αμαλιάδα και την ευρύτερη περιοχή της. Το πάθος, όπως όλοι γνωρίζουμε, δεν είναι κάτι που μεταδίδεται. Η μεταφύτευσή του είναι δύσκολη. Ωστόσο έκανε υπεράνθρωπο αγώνα για να επικοινωνήσει μ’ ένα ακροατήριο που από μια άποψη δεν φαινόταν να έχει κάποια δυνατή σχέση μαζί του.

Ο Σκανδάμης ήταν προικισμένος και φιλότιμος, γεμάτος ενθουσιασμό και πίστευε ακράδαντα ότι μπορούσε να συνθέσει μια νέα γηγενή θεατρική παρακαταθήκη. Δεν αγαπούσε μονάχα τη θεατρική τέχνη, αλλά αγαπούσε τους συμπολίτες του, που τους θεωρούσε εν δυνάμει συμμάχους στην απέλπιδα προσπάθειά του να στήσει θέατρο στην Αμαλιάδα. Κι εκεί ήταν που, χαμένος εν πολλοίς στην αδιαφορία ή στις προκαταλήψεις της εποχής ή στα μύρια όσα καθημερινά προβλήματα επιβίωσης, ανακάτευε με δάχτυλα ακόρεστα όλο αυτό το υλικό για να το βλέπει να ξεχειλίζει, να λαμποκοπάει.

Ίσως οι άνθρωποι του θεάτρου στην Αθήνα της εποχής να μην αντιμετώπιζαν τα προβλήματα που στέκονταν μπροστά στον Σκανδάμη, ο οποίος είναι βέβαιο ότι γνώριζε τις αναλογίες της Αθήνας με την φτωχή του επαρχιακή πόλη. Φαίνεται όμως ότι προτιμούσε να ανακινήσει τον εσωτερικό κόσμο των συμπολιτών του και να προκαλέσει μια συγκίνηση με ορισμένου τύπου απόδοση.

Δεν τον απασχολούσε το δικό του, προσωπικό, δημιουργικό έργο. Κι όταν έγραφε, μέσα σ’ αυτό το έργο υπήρχε πάντα κάτι πολύ πλατύτερο, περισσότερο γενικό κι απρόσωπο. Το είδωλο μιας εποχής, ενός κόσμου με αρχή και τέλος, φυσιογνωμία. Παράδοξο είδωλο, εφοδιασμένο με θερμοκρασία. Ίσως μάλιστα, αν το καλοεξετάσει κανένας, θα βρει πως το είδωλο αυτό είναι περισσότερο θερμοκρασία παρά εικόνα, περισσότερο ένα άρωμα παρά μια παράσταση. Στο πρόσωπο του έργου του ο καλλιτέχνης βλέπει, κάποια στιγμή, πως είχε εναποτεθεί ερήμην του κάτι άλλο, υπερπροσωπικό: Η άχνα από την ανάσα του καιρού του. Και η άχνα αυτή θα διαλυθεί αναπόφευκτα, όπως οι ατμίδες και τα σύννεφα.

Η ζωή μετασχηματίζεται υπερβολικά για ν’ ανατρέχει σε μακρινά πρότυπα. Ωστόσο, δεν μπορούμε ν’ αγνοήσουμε τους σκαπανείς εκείνους που προσπάθησαν σε χρόνους δίσεχτους. Ο Νικόλαος Σκανδάμης ήταν ένας από αυτούς. Μιλάμε σήμερα για τον Σκανδάμη διότι η πρόθυμη συγκατάθεση που παρείχε στη γενική πορεία του πολιτισμού μας ήταν… πράξεις. Μπορεί να βρέθηκε καταμεσίς σε μια εποχή, όπου τα προγονικά συνθήματα αχρηστεύθηκαν από την εξέλιξη των καταστάσεων, πάλεψε όμως να συνενώσει κοινούς στόχους, κοινές ουτοπίες και να θεμελιώσει το πνεύμα της κοινότητας. Η θεατρική τέχνη ήταν το όπλο του.


Μοιράσου το!
ΒΙΒΛΙΑ ΔΡΩΜΕΝΑ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

ΙΣΩΣ ΣΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ