Max Frisch: Θέατρο και κοινωνία

Max Frisch: Θέατρο και κοινωνία

Μοιράσου το!

  • Max Frisch

Στο 12ο Συνέδριο Δραματουργίας, που έγινε το 1964 στη Φρανκφούρτη, ο Μαξ Φρις (15 Μαϊου 1911 – 4 Απριλίου 1991) έκανε την εναρκτήρια ομιλία του γύρω απ’ το συγγραφέα και το θέατρο. Ξεκίνησε απ’ την αληθινά λυτρωτική προϋπόθεση πως μια μέρα θα κλείσουν όλα τα θέατρα. Τι θα σήμαινε αυτό; Ποιος θα έχανε; Μ’ αυτά τα ερωτήματα προχώρησε Στο θέμα του κι επέμεινε, ιδιαίτερα, στο καίριο πρόβλημα που απασχολούσε και τον ίδιο: Την πολιτική δέσμευση του θεατρικού συγγραφέα. Τα κύρια σημεία της ομιλίας του, όπως τότε δόθηκαν απ’ τη γραμματεία του συνεδρίου, έχουν ως εξής:

ΑΣ ΑΣΧΟΛΗΘΟΥΜΕ με το ερώτημα αν ο σημερινός κόσμος είναι ακόμα δυνατό να απεικονιστεί στο Θέατρο. Ο Ντύρρενματ διατύπωσε αυτό το ερώτημα, και γνωρίζετε τη γνωστή επίσης απάντηση του Μπρεχτ, πως και ο σημερινός κόσμος μπορεί ν’ αποδοθεί στο Θέατρο, αλλά μόνον αν εννοηθεί σαν δυνάμενος να μετατραπεί. Η ερώτηση προξενεί μεγαλύτερη κατάπληξη απ’ την απάντηση, κατάπληξη γιατί ενέχει τη θέση πως ο κόσμος υπήρξε κάποτε απεικονίσιμος. Πότε;

Αυτό που παρουσίασαν στη σκηνή ο Αισχύλος κι ο Σοφοκλής δεν ήταν απεικόνιση της ελληνικής κοινωνίας, αλλά ένα μυθολογικό σχεδίασμα. Στον Αριστοφάνη θα μπορούσε κανείς να μιλήσει γι’ απεικόνιση του κόσμου του καιρού του, μα κι αυτός την κάνει καθρεφτίζοντάς τον σ’ ένα σχεδιασμένο κόσμο και κάπως γκροτέσκα, υψώνοντας τους ανθρώπους από τον υπαρκτό κόσμο σ’ έναν επινοημένο, έστω και μόνο για να τους αφήσει να πέσουν, ώστε να δείξει το ύψος της πτώσης. Απεικόνιση; Θα ’θελε κανείς άλλο όνομα να ρτου δώσει. Ο Καλντερόν; Υποθέτω πως στο θέατρο δεν απεικόνισε ποτέ τον υπάρχοντα τότε κόσμο· τον μετέβαλλε διαρκώς. Ο Σαίξπηρ; Το εργο του είναι παγκόσμιο· είναι όμως απεικόνιση του πραγματικού κόσμου της εποχής του; Θα ’λεγα πως κι εκείνος ο κόσμος ήταν πολυμορφότερος απ’ όσο τον δείχνει οποιοδήποτε απ’ τα έργα του. Τα έργα του μας μείνανε, όχι ο κόσμος της εποχής του, και το ότι εκλαμβάνουμε τα έργα του σαν μια απεικόνιση εκείνου που δεν υπάρχει πια, είναι μια πλάνη ευεξήγητη, αλλά πάντως πλάνη. Ο Σίλλερ; Ο Κλάιστ; Ο Μπύχνερ; Ο Τσέχωφ; Ο Στρίντμπεργκ;

Όσο πλησιάζουμε προς το σήμερα, όσο περισσότερο ξέρουμε τον υπάρχοντα κάθε φορά κόσμο, τόσο γίνεται σαφέστερο πόσο αδύνατο είναι να απεικονιστεί η πολυσύνθετη πραγματικότητα· ένα εργο, ακόμα κι ένα μεγάλο έργο, είναι μόνο ένα έργο· μια λειψή ξενάγηση, κι ακριβώς, απ’ αυτό μια λύτρωση για ορισμένες ώρες. Το Θέατρο, όπως κι αν παρουσιάζεται, είναι τέχνη: παιχνίδι σαν απάντηση στο αδύνατο της απεικόνισης του υπάρχοντος κόσμου. Εκείνο που απεικονίζεται είναι Ποίηση. Ακόμα κι ο Μπρεχτ δε δείχνει τον υπάρχοντα κόσμο. Φυσικά, το θέατρό του προσποιείται πως τον παρουσιάζει κι ο Μπρεχτ έβρισκε πάντα καινούργιους τρόπους για να δείχνει πως τον παρουσιάζει. Αλλ’ εκτός απ’ τα εκφραστικά μέσα παράστασης, τι άλλο παρουσιάζεται; Πάρα πολλά, όχι όμως ο υπάρχων κόσμος, μόνο μοντέλα της μπρεχτομαρξιστικής θέσης, ο πόθος για έναν άλλο, και μη υπαρκτό κόσμο: Ποίηση. Δεν είναι σύμπτωση πως τα έργα του, εκτός απ’ τις αποσπασματικές σκηνές του “Τρόμου και της αθλιότητας στο Γ΄ Ράιχ”, δεν διαδραματίζονται στη σημερινή Γερμανία, αλλά στην Κίνα, στον Καύκασο, στο Σικάγο, στον Τριακονταετή πόλεμο, στην Ιταλία της εποχής του Γαλιλαίου· κανένα στην Ανατολική Γερμανία. Γιατί όχι; Το ίδιο έκανε κι ο Σαίξπηρ· οι υποθέσεις των έργων του διαδραματίζονται στην αρχαία Ρώμη ή στη μακρινή Δανία ή την Ιλλυρία· κι αν καμιά φορά στην Αγγλία, τότε στο παρελθόν της. Ένεκα της λογοκρισίας; μπορεί· δεν είναι όμως ο μόνος και πάντως όχι ο ουσιαστικός λόγος για τη μετοικεσία πέρα απ’ τον εκάστοτε υπάρχοντα κόσμο.

Όποιος γράφει ο ίδιος, διαπιστώνει γρήγορα το λόγο· πρέπει να μεταβάλλεις για να μπορείς ν’ απεικονίσεις, κι εκείνο που μπορεί ν’ απεικονιστεί είναι πάντα κιόλας ουτοπία. “Δεν θα εκπλαγείτε – γράφει ο Μπρεχτ σε κείνη την απάντηση – ακούγοντας από μένα πως το πρόβλημα αν ο κόσμος μπορεί να περιγραφή είναι θέμα κοινωνιολογικό” και ξέρουμε δα, τι εννοούσε ο Μπρεχτ μ’ αυτό· όμως αυτό διαβάζεται κι ανάποδα· να πούμε έτσι: πως το πολιτικό Πιστεύω, που απαιτεί αλλαγή του κόσμου, είναι δευτερεύον, είναι ερμηνεία του προβλήματος απεικόνισης. Ακόμα κι όταν ένας θεατρικός συγγραφέας δεν δεσμεύεται πολιτικά, δεν πιστεύει πως το Θέατρο συμβάλλει στη μεταβολή της κοινωνίας, ακόμα λοιπόν και τότε, όταν το πρόβλημα της δυνατότητας περιγραφής του κόσμου δεν το μετατρέψουμε σε θέμα κοινωνιολογικό, ισχύει πως μόνο με ουτοπία μπορούμε ν’ απαντήσουμε στο αδύνατο απεικόνισης του υπαρκτού κόσμου, πως κάθε σκηνή, απ’ το γεγονός πως μπορεί να παιχτεί, ξεπερνάει τον υπρκτό κόσμο και, στην καλύτερη περίπτωση, απεικονίζει αυτό που ονομάζουμε όραμα.

Τ καλύτερο γρμανόγλωσσο έργο, απ’ τον καιρό του Μπρεχτ, δεν βασίζεται σε πολιτική ιδεολογία, το όραμά του δεν παρουσιάζεται σαν πρόγραμμα, δεν δείχνει την κοινωνία σαν υποκείμενη σε μετατροπή· παρ’ όλ’ αυτά είναι ένα μεγάλο έργο. Μιλάω για την “Επίσκεψη της γηραιάς κυρίας”. Δεν υπάρχει μόνο το Σε-Τσουάν αλλά και το Γκύλεν· και τα δυο μόνον επί σκηνής, και τα δυο αναφέρονται στον κόσμο μας, αλλά δεν τον απεικονίζουν, τον ερμηνεύουν, έτσι που το ερώτημα αν ο κόσμος υπόκειται σε μετατροπή δεν τίθεται στον Ντύρρενματ.

…Δεν ξέρω κατά πόσο ο Μπρεχτ πίστευε πραγματικά στην παιδαγωγική δύναμη του θεάτρου του· αν κανείς τον ρώταγε γι’ αυτό, το “ναι” του ήταν βέβαιο, και το γνωρίζουμε απ’ τα γραφτά του· βλέπντά τον όμως στις πρόβες, είχα την εντύπωση πως κι η απόδειξη ότι το θέατρο δεν συμβάλλει καθόλου στη μεταβολή της κοινωνίας, δεν άλλαζε τίποτα στην ανάγκη του για θέατρο. Αυτό δεν το εννοώ σαν υποψία για την πολιτική του στάση, αλλά σαν ερώτημα για τις δημιουργικές παρορμήσεις.

Τι μας σπρώχνει, λοιπόν, στη δύσκολη δουλειά της συγγραφής ενός έργου, και σ’ όλες τις άλλες δουλειές που προκύπτουν απ’ αυτό το γεγονός, για ν’ ανεβεί το έργο στη σκηνή; Δεν παρουσιάζουμε στη σκηνή έναν καλύτερο κόσμο, αλλ’ έναν κόσμο που μπορεί να παρασταθεί, να διαγνωσθεί, έναν κόσμο που επιτρέπει παραλλαγές και, στο μέτρο αυτό, δυνάμενο να μετατραπεί τουλάχιστο στο χώρο της Τέχνης.

Είναι γνωστό πως ο Μπρεχτ ήταν ένας ακούραστος δοκιμαστής, δηλαδή ένας μετατροπέας, συγχρόνως, γεμάτος κέφι, και κάθε άλλο παρά δογματικός, όχι παιδαγωγός του κόσμου. Πιο συχνά απ’ όσο το περίμενα χρησιμοποιούσε τη λέξη ωραία, ή άσχημα. Ακόμα και την έκφραση η κομψή λύση. Και, σ’ ένα γράμμα, την αποστροφή να παράγεις ομορφιά. Σα να επρόκειτο μόνο για λύσεις μέσα στο χώρο της Τέχνης. Κάθε σκηνή, κάθε αφήγηση, κάθε εικόνα, κάθε φράση σημαίνει μετατροπή: όχι του κόσμου, αλλά του υλικού, που αποσπούμε απ’ τον κόσμο· μετατροπή για χάρη της αναπαράστασης. Η γνώμη του Μπρεχτ πως “ο σημερινός κόσμος μπορεί ακόμα και στο θέατρο ν’ αποδοθεί, αλλά μόνο αν τον θεωρήσωμε σαν υποκείμενο σε μετατροπή”, παρουσιάζεται σα μεταφύτευση μιας απλής καλλιτεχνικής εμπειρίας σ’ ένα πολιτικό πρόγραμμα, πέρα απ’ την καλλιτεχνική πράξη.

Η θέληση να μεταβάλουμε τον κόσμο, σαν επιμήκυνση της καλλιτεχνικής παρόρμησης για μορφοποίηση; Η παράστασή μας, εννοούμενη σαν απάντηση στην ερώτηση για το αδύνατο της απεικόνισης του κόσμου, δεν μεταβάλλει ακόμα αυτό τον κόσμο, μεταβάλλει όμως τη σχέση μας προς αυτόν· γεννιέται οπωσδήποτε μια ευχαρίστηση ακόμα και σε τραγικά γεγονότα, κι η ευχαρίστηση αυτή δεν χρειάζεται τη δικαιολογία πως η παράστασή μας είναι διδακτική· είναι μια υπερνίκηση της ιστορικότητας από τον άνθρωπο. Αλλά δεν παραμένει πάντα· και μόνο απ’ αυτό, πως προσπαθούμε να μετοικοδομήσουμε ένα κομμάτι ζωής σε θεατρικό έργο, έρχεται στην επιφάνεια το μεταβλητό, μεταβλητό ακόμα και στον ιστορικό κόσμο, που είναι το υλικό μας· κι αυτό σαν εύρημα, ανεπιδίωκτο, από δω και πέρα αναπόδραστο.

Ο Πέτερ Ζούρκαμπ, που γνώριζε τον προμαρξιστικό Μπρεχτ, εννοούσε ίσως το ίδιο, σαν είπε μια φορά: Ο Μπρεχτ έγινε μαρξιστής από καλλιτεχνική πείρα. Αυτό θα σήμαινε πως το κίνητρο δεν ήταν η πολιτική δέσμευση, αλλά ένα αποτέλεσμα της παραγωγής, δευτερεύον, αλλά όχι άσχετο, στο μέτρο που μια παραγωγή γενικά είναι γνήσια, και πως η συνηθισμένη προσπάθεια να παρουσιαστεί ο Μπρεχτ σαν ποιητής, αφαιρώντας απ’ αυτόν τον μαρξιστή, δεν είναι μόνον περιττή αλλά και στενοκέφαλη. Ας αφήσουμε όμως τον Μπέρτολτ Μπρεχτ.

Το ερώτημά μας αν το θέατρο συμβάλλει στη διαμόρφωση της κοινωνίας, δεν έλαβε μ’ αυτά απάντηση· πάντως, γίνεται κατανοητό πως μπορεί να τεθεί αυτό το ερώτημα (μερικοί δεν το βάζουν στον εαυτό τους, ο Μπεν π.χ.) και μάλιστα όχι μόνο σε μέλη του Στρατού Σωτηρίας, που θα ’θελαν να υποβοηθήσουν την καλλιτεχνική του αναφροδισία με “ομολογία πίστεως”…

Ομιλώ εδώ, σύμφωνα με την ανακοίνωση, για Συγγραφέα και Θέατρο, και θα μπορούσατε να με ρωτήσετε: θέλετε λοιπόν σα συγγραφέας να έχει αποτελεσματική ενέργεια το Θέατρο; Αυτό θα ήταν, κυρίως, το πρώτο ερώτημα. Όταν γράφω θεατρικά έργα, θέλω ν’ αλλάξω την κοινωνία; Το θέλω – ας θέσουμε έτσι το ερώτημα – για χάρη της κοινωνίας ή για χάρη του έργου; Το ερώτημα περικλείνει και μια υπόνοια, που δεν πρέπει να παραβλεφθεί. Θέλω, πραγματικά, σαν θεατρικός συγγραφέας, να συμβάλω στην πραγματοποίηση μιας πολιτικής ουτοπίας, ή (κι εδώ βρίσκεται η υπόνοια) αγαπάμε την ουτοπία, γιατί είναι φανερό πως για μας είναι η δημιουργικότερη θέση;

Αυτό που ονομάζουν non-conformisme, μπορεί επίσης να είναι μόνο μια συμπεριφορά, όχι ψεύτικη, αλλά μια συμπεριφορά για το καλό της δουλειάς μας. Συμβαίνει έτσι πράγματι; Εδώ υπάρχει μια δέσμευση; Και παρουσιάζεται στην τέχνη, επειδή μας ενδιαφέρει ο κόσμος ή αντίστροφα; Αναρωτιέμαι κι ο ίδιος. Όχι πως η πολιτική δέσμευση δε θα ήταν σοβαρή, α όχι· είμαστε έτοιμοι, φαντάζομαι, ακόμα κι έξω απ’ το θέατρο να ενταχθούμε ή να μας εντάξουν κάποια μέρα, σκληρά· αυτές είναι οι συνέπειες κι όταν ακόμα δεν γράφουμε σαν καθοδηγητές κι έχουμε συνειδητοποιήσει πως χρειαζόμαστε τη δέσμευσή μας για τη δημιουργία.

Βέβαια, αρέσει σε μάς τους συγγραφείς, κάπου-κάπου, να σηκωνόμαστε απ’ το γραφείο μας, και – στο πόδι, ας πούμε – να υπογράφουμε ένα επίκαιρο μανιφέστο, ανέγνοιαστοι για την επικαιρότητα, και περήφανοι γι’ αυτή την ξεγνοιασιά, σα να λέμε ριψοκίνδυνα και σα να ισοφάριζε η προσωπική μας δοξίτσα, που ο καθένας την υποθηκεύει ενυπόγραφα,, το μόχθο της πολιτικής δραστηριότητας, την οποία, γυρίζοντας έπειτα καθένας στη γραφομηχανή του, εναποθέτουμε σ’ άλλους σύγχρονούς μας. Εμένα αυτό δε μ’ αρέσει.

Σκεφτόμαστε, βέβαια, τον Αιμίλιο Ζολά με το “Κατηγορώ” του, που ξεσήκωσε ολόκληρο το έθνος· αυτό μπορεί να συμβεί. Προϋπόθεση γι’ αυτό, δεν είναι η δόξα του Ζολά· είναι πλάνη να νομίζει κανείς πως μπορεί να χρησιμοποιήσει τη συγγραφική φήμη σαν πυροσβεστήρα του χεριού σε περίπτωση πολιτικού συναγερμού. Προϋπόθεση είναι το κύρος του διανοούμενου σαν πολίτη, αντιπολίτευση από πολιτική συνείδηση, όχι από περιφρόνηση προς το κράτος ή από φιλολογική ευφυολογία.

Το ερώτημα, αν πραγματικά μπορεί κανείς να συμβάλει στη διαμόρφωση της κοινωνίας ή αν αυτό που εμφανίζεται μέσα στο έργο σαν πολιτική δέσμευση, είναι απλά και μόνο μια παραγωγική χειρονομία, απομένει να το ξεκαθαρίσει ο καθένας. Ακόμα κι όταν ένας από μας έχει να προτείνει μια ιδέα – π.χ., η Ομόσπονδη Γερμανική Δημοκρατία πρέπει να βοηθήσει τη Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία, έτσι κι έτι – το θέμα παραμένει ακόμα ανοιχτό· αυτή είναι μια ιδέα που τιμά το ρήτορα, κι αν δεν πραγματοποιηθεί ποτέ, ακόμα κι αν ο ίδιος δεν κάνει τίποτα για την πραγματοποίησή της.

Καμιά αντίρρηση για την ανάπτυξη ιδεών! Αναρωτιέμαι απλώς: επειδή ξεχωρίζω απ’ τους συμπολίτες μου στο γράψιμο, έχω δικαίωμα, ή αρμοδιότητα, γράφοντας, να θέσω στους πολιτικούς άνδρες, το καθήκον απ’ το οποίο εγώ αποτραβιέμαι; Φυσικά, δικαίωμα έχω κι αν ακόμα δεν είμαι αρμόδιος· δικαίωμα έχει ο καθένας. Αλλά τι βγαίνει απ’ αυτό; Στην καλύτερη περίπτωση φιλολογία, που διακρίνεται απ’ την κουβέντα του καφενείου, μόνο απ’ την ποιότητα της διατύπωσης και, συνεπώς, της σκέψης· αλλά να πιστεύει κανείς πως ο συγγραφέας κάνει πολιτική, με το να εκφράζει τη γνώμη του για την πολιτική, θα ήταν μια αυταπάτη. Η πολιτική είναι δουλειά Σίσυφου.

Ποιος από μας μπόρεσε ποτέ να την υποστεί; Εγώ όχι· μια φορά, κι ούτε για ένα χρόνο, και μετά ήθελα πάλι να γράψω, πολύ τεμπέλης για την εξουσία που έπρεπε ν’ απχτηθεί, ικανοποιημένος με τη διατύπωση των ιδεών μου· τίποτ’ άλλο από γραφιάς. Κάποιος ονόματι Ανρί Ντυνάν είχε κάποτε μια ιδέα, τον Ερυθρό Σταυρό· θυσίασε το επάγγελμά του, το χρόνο του και τις δυνάμεις του γι’ αυτό, ακόμα και τη ζωή του. Σ’ εμάς – στους περισσότερους από μας – αρκεί η συγγραφική επιτυχία, που επιτυγχάνεται ευκολότερα κι απ’ τη μικρότερη μεταβολή του κόσμου – κι έπειτα εκπλήσσομαι με τον εφημεριδοαναγνωστικό τούτο κόσμο: ταραχές στο Χάρλεμ, εκρήξεις στο νότιο Τυρόλο, μπόμπες στην Κύπρο, κι όπου κι αν διαβάσω, όλοι με το δάχτυλο στη σκανδάλη υπέρ της ειρήνης· κι ενδιαμέσως αθλητικά νέα· η γλώσσα του σωβινισμού, που οι υπουργοί μας, έξω από έναν, την αποφεύγουν ακόμα, εδώ σε πλήρη άνθηση, ο γερμανισμός πρώτα μέσω του αθλητισμού.

Στην ίδια σελίδα: η Ελβετική βιομηχανία, έξω απ’ την Κοινή Αγορά, προμηθεύει στον Νάσερ το αναγκαίο πολεμικό υλικό για να πολεμήσει το Ισραήλ· αλλάζω στήλη: Λογοτεχνία, η Γερμανία πάλι σε διεθνή κλίμακα· Λογοτεχνία σαν πρόχωμα για την αντιπολίτευση· ο Φραντς Γιόζεφ Στράους επί το έργον· Ο Γκολντγουώτερ. Μήπως είναι πάλι πολύ αργά; Τα κύρια άρθρα: πόσο αθόρυβα αλλάζουν αυτά που υπάρχουν ανάμεσα στις γραμμές. Και επιστολές των αναγνωστών: ένα σωρό αναπάντεχα σκουλήκια, όπως όταν κανείς αναποδογυρίσει σάπιες σανίδες, κι αυτές είναι οι σανίδες όπου στεκόμαστε και βαδίζουμε.

Φοβάμαι. Ναι. Καμιά φορά φοβάμαι πως υπερεκτιμάμε, ίσως, το Θέατρο…

Μετάφραση: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΥΡΑΤ

  • Πρώτη δημοσίευση: Περ. ΘΕΑΤΡΟ, χρόνος Γ΄, τεύχος 18, Νοέμβρης-Δεκέμβρης 1964

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΙ ΑΥΤΟ:

Μαξ Φρις: ένας από τους κορυφαίους Ευρωπαίους συγγραφείς του 20ού αιώνα


Μοιράσου το!
ΔΡΩΜΕΝΑ ΜΕΛΕΤΕΣ-ΑΡΘΡΑ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

ΙΣΩΣ ΣΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ