Η “Τρισεύγενη” του Κωστή Παλαμά σε σκηνοθεσία του Θωμά Οικονόμου (1915)

Η “Τρισεύγενη” του Κωστή Παλαμά σε σκηνοθεσία του Θωμά Οικονόμου (1915)

Μοιράσου το!

Η από σκηνής εκτέλεσις της Τρισεύγενης ήτο απλούστατα ένα αίσχος. Δυνατόν να είνε άξιοι συγχαρητηρίων δια την καλήν των πρόθεσιν, εκείνοι, που είχαν την έμπνευσιν της διδασκαλίας τού μοναδικού δράματος του Παλαμά, αλλά πρέπει να εννοήσουν ότι μία καλή πρόθεσις μόνον, όταν δεν συνοδεύεται και από βαθύτερον βλέμμα, από καλλιτεχνικήν ψυχήν, από αίσθημα και από βαθείαν αντίληψιν του έργου, δεν εξαρκεί ποτέ, και συχνά, συχνότατα φέρει τα αντίθετα αποτελέσματα, από εκείνα που ζητεί.

Η Τρισεύγενη είνε χωρίς καμμίαν απολύτως αμφιβολίαν το καλλίτερον όλων των νεωτέρων Ελληνικών έργων με δραματικήν μορφήν. Ημπορεί να μην είνε δράμα, ημπορεί να μην έχη τραγικάς, δραματικάς συγκρούσεις, υπόθεσιν και σκηνικήν αξίαν. Είνε όμως ποίημα, είνε έργον Τέχνης αληθινόν. Είνε υπόδειγμα, όχι βέβαια δια την σκηνικήν μορφήν του, αλλά δια την ποιητικήν αλήθειαν της εμπνεύσεως, δια τον τρόπον, με τον οποίον πρέπει να εργάζεται ο αληθινός ποιητής. Τι είνε η υπόθεσις, τι είνε τα πρόσωπα, που παίζουν μέσα εις το δράμα; Τίποτε, κάτι ελάχιστον, εν επεισόδιον κοινότατον της ζωής και άνθρωποι, οι περισσότεροι, εντελώς καθημερινοί, χωριάτες, ναυτικοί, καμπήσιοι. Και όμως τι σημασίαν δίδει ο ποιητής, εις όλα τα ελάχιστα αυτά. Πώς κατορθώνει να αφαιρή τόπους και χρόνους, και να παρουσιάζη κάτι βαθύτατα ανθρώπινον. Και με τι τέχνην το παρουσιάζει! Διαβάσετε το έργον και θα πεισθήτε. Η τελευταία πράξις παρουσιάζεται ολόκληρος ως αρχαίον χορικόν, ως βαθύς θρήνος, βαθύτατος, αληθινώτατος. Κάμνει την εντύπωσιν συμφωνίας μουσικής, που μέσα από τας αντιθέσεις των τόνων, τας αντιθέσεις των θεμάτων, δημιουργεί ζωντανήν και πλουσιωτάτην αρμονίαν. Πόσον βαθειά είνε παρατηρημένοι και πόσον καλλιτεχνικά εκφρασμένοι οι χαρακτήρες του Μπουρνόβα, του Πάνου Τράτα, του Δεντρογαλή. Πόσον τα λόγια της Ποθούλας και του Νίκαρου προσδίδουν εις το έργον το γενικώτερον εκείνο και το υψηλότερον, που θέλει να δώση ο ποιητής! Πόσον τέλεια χαρακτηρισμένοι είνε η Τρισεύγενη και ο Πέτρος Φλώρης με τα ολίγα σχετικώς που λένε. Και ποια ενότης συγκινήσεως διαπνέει όλον το έργον, ποια προδιάθεσις δια την τραγικήν λύσιν, ευθύς εξ αρχής. Η αντίθεσις μεταξύ του προβλήματος και του χαρακτήρος της ηρωίδος μάς προετοιμάζει προς κάτι φοβερόν. Και το φοβερόν αυτό έρχεται φαινομενικώς έξαφνα, χωρίς να το περιμένει κανείς. Όμως πώς βλέπεις αμέσως, ότι ήτο η μόνη λύσις, πώς αμέσως εξηγούνται τόσα και τόσα μικροεπεισόδια, μικροκουβέντες, μικροφιλονικίαι. Και το έργον τελειώνει με θρήνον, δι’ εκείνην που εχάθη έτσι, επειδή την παρεξήγησαν όλοι, επειδή δεν την ηννόησε κανείς, ούτε εκείνος καν που έπρεπε να την εννοήση, και ο θρήνος αυτός βγαίνει μέσα από τα στήθη του ποιητού, βαθύς, σοφός. Ούτε ανάθεμα, ούτε κατάρα, ούτε επαναστατική κραυγή εναντίον του ανίδεου και ωμού κόσμου, αλλά μόνο θρήνος, λυρικός και τραγικός θρήνος και πένθος. Έτσι μόνον έπρεπε να τελειώση το δράμα, με τον τρόπον, που επήρε την υπόθεσιν ο ποιητής, ευθύς εξ αρχής όπως μια συγγενής αντίληψις φέρει τον σπαραγμόν του Ξέρξου και του χορού εις το τέλος των Περσών του Αισχύλου. Ίσως να θέλη να αντείπη κανείς ότι οι χαρακτήρες έπρεπε να είνε φυσικώτεροι. Αλλά η Τέχνη αγκαλιάζει όλας τας αντιλήψεις, και η Τέχνη σφραγίζει και την λυρικήν αντίληψιν του Παλαμά. Και επαναλαμβάνω, ότι η Τρισεύγενη πρέπει να μελετηθή βαθύτατα από κάθε Έλληνα λογογράφον, είτε δραματικός, είτε διηγηματογράφος, είτε λυρικός τεχνίτης του στίχου είνε, διότι είνε υπόδειγμα καλλιτεχνικής εκμεταλλεύσεως ενός θέματος, διότι είνε έργον με βαθείαν ποιητικήν συγκίνησιν, με ψυχήν.

Θα νομίζομεν, ίσως ότι δεν είνε έργον δια την σκηνήν, όπως φανταζόμεθα εδώ, δηλαδή ότι πρέπει να είνε τα δια την σκηνήν έργα. Δεν έχει γοργήν δράσιν, έχει μακρούς διαλόγους και τα δραματικά αποτελέσματα, εκτυλίσσονται έξω από το πάλκον. Ίσως να έλεγεν ακόμη κανείς, ότι θα εχρειάζετο περισσότερον αισθητικώς ανεπτυγμένον κοινόν δια να το παρακολουθήση. Όμως όλα αυτά δεν λέγουν τίποτε. Διότι ένας ρεζισσέρ με αληθινόν αίσθημα, με δύναμιν να διαγνώση την αξίαν του έργου, με δύναμιν να φαντασθή, να δημιουργήση και να φέρη εις πέρας μιαν εκτέλεσιν σύμφωνον προς το πνεύμα του δράματος, θα εύρισκε άπειρα σκηνικά στοιχεία μέσα εις τους διαλόγους, εις τα επεισόδια και εις την διάθεσιν. Θα ηδύνατο να δώση καλλιτεχνική μορφήν εις την εκτέλεσιν, θα ηδύνατο να ρυθμίση φωνάς και κινήματα έτσι, ώστε να έχη και η παράστασις μίαν αισθητικήν επιμέλειαν, ένα στυλ, όπως και το έργον. Εξ άλλου το κοινόν παρηκολούθησε μετά προσοχής, και αν προς το τέλος εδυσφόρησεν ολίγον, δεν πταίει εις τούτο τίποτε το έργον. Είνε μάλιστα άξιον παντός επαίνου το κοινόν αυτό, το οποίον εδέχθη μέχρι τέλους μίαν γελοιογραφίαν, ως σκηνικήν εξήγησιν του καλλιτέρου έργου με δραματικήν μορφήν της νεωτέρας Ελληνικής λογοτεχνίας, σεβόμενον μόνον το όνομα του ποιητού.

Διότι το πρώτιστον και κυριώτατον λάθος της σκηνογραφίας, της ρεζί, ήτο, προσηλωμένη εις άτεχνον “ακαδημαϊσμόν”, παρουσίασε νατουραλιστικά εν καθαρώς λυρικόν έργον. Δεν κατώρθωσε δηλαδή να εννοήση το πνεύμα του έργου, την δημιουργίαν του ποιητού, το στυλ του δράματος, δεν ηθέλησε να φαντασθή καν ότι ήτο δυνατή μία εντελώς άλλου είδους εκτέλεσις. Δεν θέλω να παραδεχθώ, ότι τα μέσα, που διέθετε, δεν εξήρκουν, προς τούτο. Διότι ο ρεζισσέρ εκείνος, ο οποίος είνε πεπεισμένος ότι δεν είνε δυνατόν ουδέ κατά διάνοιαν να δώση εκείνο που θέλει να δώση, δεν αναλαμβάνει, απλούστατα, μίαν παράστασιν τοιούτου είδους, αφού άλλωστε τίποτε δεν τον υποχρεώνει να την αναλάβη. Αλλ’ ο κ. Οικονόμου δεν είνε εκείνος, που θα ήτο εις θέσιν να παρουσιάση μίαν ανωτέραν, αισθητικωτέραν αντίληψιν, και μας πείθουν προς τούτο όλαι αι ακαλαίσθητοι και αντιαισθητικαί σκηνοθετήσεις του. Είνε εξαίρετος διδάσκαλος και είνε ο μόνος Έλλην ηθοποιός. Κανείς δεν αμφισβητεί τούτο. Αλλά δεν έχει το δημιουργικόν εκείνο πνεύμα, που χρειάζεται, δεν έχει την καλλιτεχνικήν δύναμιν, που είνε απαραίτητος, δια να δοθή μία εκτέλεσις σύμφωνος προς το πνεύμα και την αξίαν ενός έργου. Δεν είνε ικανός να επαναστατήση εναντίον της “ακαδημαϊκότητος” της σχολής των Μάινιγγεν και δεν έχει καλλιτεχνικήν ψυχήν – όχι ηθοποιού αλλά ρεζισσέρ – ώστε να τολμήση να αναπτύξη ιδίαν αντίληψιν. Έτσι έσυρεν εις νατουραλιστικάς κοινοτυπίας και την Τρισεύγενην, και κατέστρεψε, δια της λανθασμένης εξηγήσεώς του, όλον το έργον. Η ψυχή, η διάθεσις εχάθη, και την ποίησιν διεδέχθη πεζοτάτη εκτέλεσις. Η εξαίρετος τελευταία πράξις, αντί να παιχθή με στυλ, αντί να δοθή ομαδική συγκίνησις εις όλον εκείνον τον λαόν, ένα είδος πεντάλ, φόντου, από το οποίον θα έβγαιναν εδώ κι εκεί, πότε το μοιρολόγημα της Ποθούλας, πότε το ανάθεμα του Μπουρνόβα και πότε του Νίκαρου ο λυρισμός, και όλα αυτά να επνίγοντο πάλιν μέσα εις τα πένθιμα ή τα θυμωμένα λόγια του κόσμου, επαίχθησαν πεζότατα, με εντελώς ανάρμοστον νατουραλισμόν, με καμμίαν αρμονικήν ενότητα εις τας ομιλίας και εγέννησαν δυσφορίαν και πλήξιν. Έλειπε το πνεύμα, έλειπεν η ψυχή από όλην την παράστασιν, έλειπε το αίσθημα και η τέχνη.

Αλλά και μύρια άλλα λάθη ηκολούθησαν το εν το άλλο. Η σκηνογραφία της πρώτης πράξεως εντελώς ακαλαίσθητος, ενθυμίζουσα οπερέττας της παλαιάς σχολής. Η βρύση έχυνε το κακοζωγραφισμένο νερό της επάνω εις το πάτωμα της σκηνής. Και τι παραφωνίαι και τι έλλειψις κάποιου ρυθμού από τας κινήσεις του λαού. Εις την δευτέραν πράξιν, η οποία γίνεται εις άλλο μέρος απέχον δύο ώρας από το χωριό, η βρύση, η ίδια βρύση, φαίνεται πάλιν μέσα από την πόρταν της εξόδου. Είνε βράδυ, και όμως η σκηνή λάμπει από φως και από ακαλαισθησίαν. Το σπίτι της Τρισεύγενης αντί “γυαλοσκέπαστου λιακωτού” παρουσιάζει είδος γερμανικής απεράντου καλύβης. Αν δεν ηδύνατο ο κ. Οικονόμου να σύρη ολίγον περισσότερον προς την σκηνήν τις κουίντες, ας έκαμνεν άλλο ο,τιδήποτε δια να δώση όψιν και διάθεσιν σπιτιού εις την σκηνήν. Και ας απέφευγε την αθλίαν αυτήν σκηνογραφίαν, επί της οποίας ήτο ζωγραφισμένος και ένας τυρολέζικος σκούφος. Εκτός τούτου, διατί εκλείετο η θύρα του βάθους με το ντουλάπι και ηνοίγετο πάλιν εις την τελευταίαν πράξιν; Και πού ήτο το δωμάτιον της Τρισεύγενης, και πού η είσοδος, αφού ο Πέτρος Φλώρης εισήρχετο από τα αριστερά της σκηνής; Αδύνατον να εννοήση κανείς. Επίστευε, ότι ο σύζυγος ευρίσκετο μέσα εις το δωμάτιον της ψυχορραγούσης.

Όσον δια την υπόκρισιν, την ευθύνην δεν υπέχει βέβαια ο κ. Οικονόμου. Διότι όσον και να ξελαρυγγιάζεται ένας διδάσκαλος, είνε αδύνατον να βάλη αίσθημα, μέσα εις ηθοποιούς που δεν έχουν καθόλου. Η κ. Παρασκευοπούλου φαντάζεται ότι η Τρισεύγενη είνε ένα αθώο κοριτσάκι. Η φωνή της μονότονος, χωρίς κανένα χρώμα. Την στιγμήν που δεν ωμιλούσεν, έφευγεν εντελώς από τον ρόλον. Δι’ αυτό έκαμνε κωμικήν εντύπωσιν ότε εφώναζε, χωρίς καμμίαν προδιάθεσιν, εις τον Πάνον Τράταν· “Έξω από το σπίτι μου”. Οπωσδήποτε, καλά θα κάμη να μελετήση πολύ ακόμη,να εκπαιδευθή καλά, και έπειτα να παίζη τόσον μεγάλους και τόσον δυσκόλους ρόλους. Από τους άλλους ηθοποιούς μόνον ο κ. Λούης, κατώρθωσε να δώση κάτι. Οπωσδήποτε η υπόκρισις ήτο γενικώς αναξία παντός λόγου. Ομολογώ, ότι, προς το τέλος, πολλάκις με δυσκολίαν κατώρθωσα να βαστάξω τα γέλοια. Και το λυπηρόν είνε, ότι όσοι, δεν είχαν την ευτυχίαν να διαβάσουν μετά την παράστασιν άλλην μίαν φοράν το έργον, όπως εγώ, θα επιρρίπτουν όλην την ευθύνην εις τον ποιητήν. Δι’ αυτό λέγω, ότι μία τοιαύτη παράστασις είνε αίσχος, και είνε ασέβεια προς ένα από τα σπουδαιότερα έργα της λογοτεχνίας μας. Και δι’ αυτό συμβουλεύω, όσους είδαν την Τρισεύγενην να σπεύσουν να την διαβάσουν. Έχουν υποχρέωσιν πλέον να την διαβάσουν.

“Νέα Ελλάς”, 16 Φεβρουαρίου 1915

______________________

  • Ο Φώτος Πολίτης αναφέρεται στην παράσταση που σκηνοθέτησε ο Θωμάς Οικονόμου, το 1915, στο ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΑΘΗΝΩΝ. Προφανώς η παράσταση ατύχησε, αφού ο θίασος με τον οποίο συνεργάστηκε και η νεαρή τότε ανερχόμενη σταρ Ζηνοβία Παρασκευοπούλου, η πρωταγωνίστριά του, δεν είχαν δυνάμεις για να αναμετρηθούν με ένα τόσο δύσκολο κείμενο.
  • Τηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτοτύπου

Μοιράσου το!
ΔΡΩΜΕΝΑ ΞΕΧΑΣΜΕΝΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

ΙΣΩΣ ΣΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ