Η ελληνική τραγωδία

Η ελληνική τραγωδία

Μοιράσου το!

  • ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ

ΜΙΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ συνθετική μελέτη για την αρχαία ελληνική τραγωδία, δεν πρέπει να περάσει ανεπισήμαντη στη χώρα μας. Πολύ περισσότερο όταν έχει τις γενικές και τις ειδικές αρετές του βιβλίου που κυκλοφόρησε στις αρχές του χειμώνα στο Παρίσι, με τ’ όνομα της καθηγήτριας του εκεί Πανεπιστημίου Jacqueline de Romilly. Η κυρία de Romilly ήταν ώς τώρα γνωστή για τη σημαντική εργασία της γύρω στον Θουκυδίδη και για μια της μονογραφία (1958) με θέμα “Ο φόβος και η αγωνία στο θέατρο του Αισχύλου”. Το καινούργιο της βιβλίο τολμώ να πω ότι δεν έχει καθαυτό προηγούμενο στη χώρα της, όχι μόνο γιατί μετά τους δυο Craiset και τη γενική τους άλλωστε “Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας”, κανένας Γάλλος δεν είχε αντικρίσει συνθετικά και υπεύθυνα το αρχαίο δράμα, αλλά και γιατί, προπάντων, η Γαλλία ήταν η χώρα που περισσότερο από όλες έβλεπε με περίεργες προκαταλήψεις – καλοπροαίρετες αλλά και παραμορφωτικές – το αρχαίο ελληνικό δράμα.

Το αρχαίο θέατρο δεν είχαν μπορέσει ποτέ σχεδόν οι Γάλλοι να ιδούν έξω από το πρίσμα του Ρακίνα, ή, στα εντελώς νεότερα χρόνια, χωρίς τα ματογυάλια του Cocteau, του Gide, του Giraudoux, του Anouilh, του Sartre. Αυτό και μόνο, το ότι δηλαδή τόσοι νεότεροι Γάλλοι συγγραφείς είχαν καταπιαστεί με τη μεταγραφή των αρχαίων τραγικών μύθων, έδειχνε ένα ενδιαφέρον δίκοπο: Από τη μια την ικανότητα ν’ ανιχνεύουν το διαχρονικό του αρχαίου ελληνικού τραγικού σύμπαντος, από την άλλη τη μανία να το υποτάσσουν στη χρονικότητα και μονομέρεια του καιρού τους. Η Jacqueline de Romilly κάνει τώρα ένα σημαντικό βήμα προόδου και για τη χώρα μας και για μας: Αντικρίζει το θέμα της ελευθερωμένη τόσο από την παλαιότερη γαλλική ωραιοπάθεια όσο κι από τους μεταγενέστερους ακροβατικούς μοντερνισμούς. Κατορθώνει, τέλος, κάτι πολύ σπουδαίο: Μέσα σ’ εκατόν ογδόντα σελίδες μικρού σχήματος, να περικλείσει ό,τι ουσιωδέστερο, μπορεί να ειπωθεί για ένα είδος δίχως προηγούμενο και δίχως επόμενο στον κόσμο. Νομίζω μάλιστα πως η κυριότερη αρετή αυτού του βιβλίου είναι ότι κάνει αισθητό, υπογραμμίζει, το ανεπανάληπτο της ελληνικής τραγωδίας. Θα προσθέσω πως μια μετάφραση στη γλώσσα μας της μελέτης της κυρίας de Romilly, θα ήταν το καλύτερο βοήθημα που θα μπορούσε να βάλει κανένας στα χέρια των σπουδαστών και των Πανεπιστημίων μας και των Δραματικών Σχολών μας.i

Θέλω να ελπίζω πως με όσα γράφω εδώ δεν κάνω την παρασπονδία να κρίνω, σε μια στήλη που δεν είναι στήλη κριτικής: περιορίζομαι να παρουσιάσω. Μήτε θα ψάξω με το φακό να βρω αφορμές για επιφυλάξεις κι αντιρρήσεις έτσι που να πείσω ότι επιχειρεί έλεγχο άνθρωπος που έχει ξεσκαλίσει το θέμα. Το θέμα μού φτάνει να το αγαπώ, και το βιβλίο να μ’ έχει πλουτίσει. Δεν θεωρώ καθόλου απαραίτητο, έπειτα, ν’ αχρηστεύονται από την κυρία de Romilly και τη μελέτη της οι κλασικές εργασίες του H.D.F. Kitto, του Albin Lesky, του A.W. Pickard-Cambridge, του Max Pohlenz. Αυτά ενδιαφέρουν, το πολύ-πολύ, τους φιλολόγους. Εμάς πρέπει να μας σταματάει ό,τι κάνει το μεγάλο θέμα αρχαία ελληνική τραγωδία περισσότερο προσιτό, νοητό. Και μια μελέτη που έχει υπόψη της όλα αυτά τα προηγούμενα, όταν μάλιστα συνδυάζει τη συνοπτικότητα με την πληρότητα, αξίζει κάθε προσοχή. Είναι τόση η ασάφεια και η τυπολογική στενοκεφαλιά που βασιλεύει σ’ αυτή την επικίνδυνη περιοχή! Δεν ξέρει κανένας, πολλές φορές, τι να προτιμήσει: να μείνει απ’ έξω ή να προχωρήσει με αδέξιο, ανόητο πλοηγό;

Ξεκρίνω με το πρώτο, στο διάβασμα της κυρίας de Romilly, μια θαυμαστή προτίμηση για τον Αισχύλο. Πώς να την ψέξω; “Κανένας ύστερα από τον Αισχύλο δεν θα σταθεί στο επίπεδο του Αισχύλου”, γράφει κλείνοντας το σχετικό κεφάλαιο. Όχι μόνο για λόγους αρχής δεν θα την κακίσω, αλλά και γιατί ίσαμε τώρα οι συμπατριώτες της είχανε δείξει περισσότερη κατανόηση για τον Ευριπίδη και για τον Σοφοκλή (παρεξηγημένους). Ο Ευριπίδης δεν είναι εκείνος που ο Ρακίνας νόμιζε ότι διαβάζει κι ο Σοφοκλής δεν είναι ο υπεύθυνος για την καλλιγραφημένη εκδοχή του κλασικισμού, που δέσποσε στο μάκρος τριών ευρωπαϊκών αιώνων. Όταν κατορθώνεις να προσεγγίσεις αισθητικά τον Αισχύλο, σημαίνει πως αξιώθηκες να σε αγγίξει η μυστική αχτίδα του τραγικού. Είναι πολύ πιο απόκρυφη από όσο νομίζεται συνήθως και δεν χωράει σε ορισμούς. Κάθε απλούστευση, στο θέμα τούτο, κάνει κατάδηλη μιαν από καταβολής ανικανότητα και να υποπτευθείς καν την αλήθεια. Η Jacqueline de Romilly φανερώνει την ευαισθησία της με τρόπο διπλό: όταν παραμερίζει σιωπηλά τους κλασικούς, σχολαστικούς προσδιορισμούς, κι όταν σημειώνει τη διαφορά του τραγικού από το παράλογο. Δεν είναι μικρό πράγμα να ελευθερωθείς από τη λιβρέα της εποχής σου. “Το πνεύμα αυτό (γράφει για τη σύλληψη του παράλογου) μπορεί να παράγει έργα που δεν είναι άσχετα με την τραγωδία αφού έχουν στόχο τους το ανθρώπινο ριζικό. Δεν έχουν μάλιστα άλλο σκοπό μήτε άλλο θέμα απ’ αυτό. Είναι όμως θεμελιωμένα στην πικρία και στην αποθάρρυνση. Καταγγέλλουν. Δείχνουν απόγνωση. Και σε τούτο είναι που φαίνεται καθαρά η διαφορά τους από την τραγωδία. Γιατί η τραγωδία ζει από τη δράση κι εξυπακούει τον ηρωισμό”. Αρκετά μπερδέψαμε οι σύγχρονοι τον “Βασιλέα Ληρ” (για να περάσουμε και σ’ άλλο τραγικό σύμπαν) με το “Τέλος του παιχνιδιού” του Μπέκετ. Τέτοιοι παραλληλισμοί είναι περισσότερο ευρήματα της επίνοιας παρά εκλάμψεις αποκαλυπτικές. Η λέξη-κλειδί βρίσκεται σε κάτι που από μέρος μου το πίστευα πάντα, και που για αυτό χαίρομαι τώρα να το βρίσκω κάτω από την πέννα της Jacqueline de Romilly: “Ο Ε΄ αιώνας είχε εμπιστοσύνη στον άνθρωπο”, γράφει. Πραγματικά: Δίχως υπερτίμηση, αν θέλετε, της αξίας άνθρωπος, τραγωδία όχι μόνο δεν γράφεται, αλλά και δεν μπορεί καν να γίνει νοητή. Ο αρχαίος τραγικός έβαζε συχνά να δολοφονήσουν, ποτέ όμως να τοποθετήσουν το γονιό τους μέσα σε σκουπιδοτενεκέ.

Ένας άλλος τίτλος τιμής για τη συγγραφέα της “Ελληνικής τραγωδίας” είναι η απόκρουση της αναπαυτικής έννοιας “Μοίρα”, αυτού του πασπαρτού που ανοίγει για την πνευματική οκνηρία όλες τις πόρτες του αρχαίου τραγικού Θεάτρου. “Η Μοίρα δεν είναι συστατική του τραγικού”, γράφει η J. de Romilly, ύστερα από έναν έλεγχο του εσωτερικού μηχανισμού διαφόρων έργων. Σωστότατα επισημαίνει την επικείμενη αντίφαση που παρουσιάζει μια τέτοια έννοια, με το νόημα της ευθύνης, που, αυτό, είναι συστατικό του τραγικού. Τραγωδίες με ήρωες – ενεργούμενα αποτελεί τραγέλαφο. Κι έχουν παρεξηγήσει απελπιστικά την αρχαία θρησκευτικότητα όσοι νομίζουν πως μπορούν όλα αυτά τα παράταιρα να τα συνδυάσουν, να τα υποχρεώσουν σε μια παράνομη συμβίωση, με την σκέψη πως έτσι εικονογραφείται ευλαβικά η παντοδυναμία του θεϊκού. Με τρόπο απλοϊκά αναχρονιστικό προβάλλονται νεότερες θεολογικές αντιλήψεις σ’ έναν κόσμο που έδινε το μέτρο της ευλάβειάς του με την πίστη ακριβώς ότι δεν έχει αποκρυπτογραφήσει την έννοια υπέρτατη Δύναμη. Αναζήτηση ανήσυχη, γεμάτη αγωνία και δέος ήταν η αρχαία τραγωδία, όχι αποτύπωση δόγματος μ’ έτοιμες απαντήσεις. Γι’ αυτό και η κάθε τραγική εξερεύνηση αναλαμβανόταν από τον τραγικό ήρωα με προσωπική του ευθύνη, προσωπικό του κίνδυνο, χωρίς κανένα λυτρωτικό τύπο που να τον βοηθάει και να του εξασφαλίζει τη διαφυγή.

Η τραγωδία –γράφει η Jacqueline de Romilly– προσδιορίζεται περισσότερο από τη φύση των ερωτήσεων που θέτει παρά των απαντήσεων που δίνει”. Λαμπρός χαρακτηρισμός! Πόσοι τάχα να έχουν καταλάβει ότι είναι ευκολότερο να δίνεις απαντήσεις παρά να διατυπώνεις με ορισμένον τρόπο κάποια ερωτήματα; Η απάντηση στις έσχατες απορίες είναι πάντοτε ανεξέλεγκτη, αξιωματική, γι’ αυτό και καμιά τους ποτέ δεν μας έχει χορτάσει. Στιγμιαίες ανακουφίσεις είναι, που αυτοαναλίσκονται. Η φιλοσοφία, επίδοση κατεξοχήν των απαντήσεων αυτή, υποτίθεται, έδωσε το μέτρο της αξιοσύνης της πάντοτε σ’ έναν άλλο τομέα: στις αναλύσεις. Καμιά από τις απαντήσεις της δεν επιζεί· οι αναλύσεις της όμως, ακόμα και οι παλαιότερες, διατηρούν για μας όλη τους την αξία: Ανοίγουν προοπτικές ή τουλάχιστον υπόσχονται σε κάθε στιγμή πως θα τις ανοίξουν. Είναι μοναχική στον κόσμο τούτο η ποντοπορία μας. Ίσως επειδή επώνυμη είναι και η ψυχή μας.

Αν η θαυμαστή προσήλωση της κυρίας de Romilly είναι, όπως είπαμε, ο Αισχύλος, γρήγορα ο αναγνώστης της πείθεται ότι και κατανόηση και δικαιοσύνη εμπνέουν τη στάση της απέναντι στον Σοφοκλή και στον Ευριπίδη. Στον Αισχύλο έχει ιδεί την αναζήτηση μιας θεϊκής δικαιοσύνης· αναζήτηση που γίνεται “μέσα σε μυστήριο και φόβο”. Ο Σοφοκλής είναι ο ποιητής του μοναχικού ήρωα. Ας παρατηρήσουμε εδώ ότι δεν πρέπει να θεωρηθεί τυχαίο που οι ήρωες αυτοί, σ’ αντίθεση με του Αισχύλου, ζουν την καθοριστική τους μόνωση. Του Αισχύλου οι ήρωες ανήκουν σε μιαν εποχή με ανεπτυγμένο το κοινοτικό πνεύμα Ο Σοφοκλής εκφράζει έναν καιρό όπου ο ξεχωριστός (με τη σημασία του δραματικά ρηξικέλευθου) άνθρωπος αισθάνεται απομονωμένος ανάμεσα στον ρευστό, συχνά ανακόλουθο “δήμο”. Ο ξεπεσμός του συνόλου άρχισε, πάει πια ο μεγαλειώδης αυτοσεβασμός της γενιάς των μαραθωνομάχων. Και πάλι! Ο πιο πικρός κλήρος θα πέσει στον Ευριπίδη. Αυτός είναι του εμφύλιου πολέμου ο τραγικός. Ανάμεσα στον Αισχύλο των μηδικών πολέμων και στον Ευριπίδη του πελοποννησιακού, ο Σοφοκλής θα σταθεί ο τραγικός του καιρού της αυτοκρατορίας.

Παράλληλα θα πάει και η εξέλιξη του μεταφυσικού στην τραγωδία. Την πορεία τούτη την ακολουθεί με καθαρό μάτι η Jacqueline de Romilly. Από τον Αισχύλο στον Σοφοκλή κι από τον Σοφοκλή στον Ευριπίδη το ιερό δεν απεκάλυψε τελικά την ουσία του. Απεναντίας: η παράστασή του έπαθε μια κρίσιμη φθορά. Ένας δραματικός διαχωρισμός συντελέστηκε, θα ’λεγες, ανάμεσα στο Υψηλό, που το μονοπάτι του χάθηκε, και στο χρυσωμένο του είδωλο, που έλιωσε από τη βέβηλη τριβλη στα χέρια των ανθρώπων…

_____________________________-

  • Το Βήμα, 2 Ιουνίου 1971

iΤο βιβλίο έχει μεταφραστεί στα ελληνικά από την Σοφία Λουμάνη, με πρόλογο του Ανδρέα Παναγόπουλου και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις “Άστυ”, το 2002.


Μοιράσου το!
ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΔΡΩΜΕΝΑ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

ΙΣΩΣ ΣΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ