Οι εύθυμες κυράδες του Ουίνζορ

Οι εύθυμες κυράδες του Ουίνζορ

Μοιράσου το!

  • ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ

ΚΑΤΑ την παράδοση, οι “Εύθυμες κυράδες του Ουίνζορ” έχουν για καταγωγή τους μια βασιλική επιθυμία: Η Ελισάβετ, λέει ο Rowe εκδότης του έργου στα 1709, “είχε γοητευτεί από το θαυμαστό πρόσωπο του Φάλσταφ στα δυο μέρη του “Ερρίκου Δ΄”, ώστε πρόσταξε τον ποιητή να το βάλει ς’ ένα νέο έργο, όπου ο Φάλσταφ θα παρουσιαζόταν ερωτευμένος”. Πρόκειται για θρύλο ή για ιστορικό περιστατικό; Δεν αποκλείεται καθόλου το δεύτερο, αν λάβει μάλιστα κανείς υπόψη του πως ο Rowe εβάσιζε τον ισχυρισμό του στην προσωπική μαρτυρία ενός ηθοποιού τόσο ηλικιωμένου στα 1709 ώστε να μπορεί κάλλιστα να έχει μάθει την αλήθεια από παλιούς συναδέλφους του, συγχρόνους του Σαίξπηρ. Η παράδοση προσθέτει ακόμη πως ο ποιητής έγραψε το έργο αυτό μέσα σε δεκαπέντε μόνον ημέρες…

Πολύ πιθανό· οι “Εύθυμες κυράδες του Ουίνζορ” ανήκουν ολοφάνερα στην εποχή την πριν από τη λεγόμενη “τραγική κρίση” του Σαίξπηρ, στην εποχή δηλαδή όπου το ύφος του ποιητή είναι ακόμα γεμάτο κέφι, αισιοδοξία, ευφορία νεανική. Μας το μαρτυρεί η ατμόσφαιρα του έργου. Βρισκόμαστε, εδώ, στους κόλπους μιας κοινωνίας επαρχιακής, που δροσίζεται αδιάκοπα από την άμεση, τη στενή επαφή της με τον κόσμο του υπαίθρου. Αστοί χωρατατζήδες ή απλοϊκοί, τύποι της μικρής πολιτείας που ζει, τρέφεται με τοπικούς θρύλους, αμοιβαία πειράγματα, τοπικά σκάνδαλα, βεγγέρες στο παραγώνι, ταπεινά ειδύλλια ή χοντρές φάρσες – αυτός είναι ο κόσμος που μυρμηγκιάζει στις “Εύθυμες κυράδες”, ένας κόσμος ιδωμένος από τον ποιητή πρόσχαρα, με άκακο μάτι. Κανένα έργο του Σαίξπηρ δεν αντικαθρεφτίζει τόσο ρεαλιστικά, με τόση ηθογραφική πιστότητα, την αγροτική κοινωνία της εποχής του, αυτήν ακριβώς που γνώρισε ο ποιητής στην ιδιαίτερη πατρίδα του και στα πρώτα νεανικά του χρόνια. Σωστά λοιπόν έχει ειπωθεί πως οι “Εύθυμες κυράδες” είναι το μοναδικό έργο του Σαίξπηρ που συγγενεύει με την τεχνοτροπία, το κλίμα που συναντούμε στις κωμωδίες του μεγάλου του συγχρόνου Μπεν Τζόνσον, ενός συγγραφέα δηλαδή που συνήθιζε ν’ αναπαριστάνει τον κόσμο του τόπου του και του καιρού του με ρεαλισμό κι οξύτητα σατιρική. Μόνο που, εδώ, στις “Εύθυμες κυράδες” η σάτιρα είναι δίχως αιχμή. Οσοδήποτε σκληρή, αγροτικά χοντροκομμένη, κι αν είναι η φάρσα που έχει τον Φάλσταφ γι’ αντικείμενό της, βλέπουμε στο τέλος ό,λα να διασκεδάζονται μέσα σε μιαν ατμόσφαιρα ζεστή και καλοκάγαθη, όπου όλα τα πρόσωπα συμφιλιωμένα, θα πάνε να καθίσουν “στ’ ωραίο τους παραγώνι”, να “γελάσουν μ’ αυτά που έγιναν”, ο σερ Τζον Φάλσταφ μαζί με τους άλλους, κι ας έγινε για μια στιγμή θύμα τους.

Ο μύθος της ηθογραφικής αυτής κωμωδίας φαίνεται πως είναι από τους λίγους που ο Σαίξπηρ επινόησε ο ίδιος, πέρα για πέρα, δίχως να προσφύγει σε πηγές άλλες από την προσωπική του επίνοια κι εμπειρία.

Είναι άλλωστε, κατά το σύστημα του ποιητή, σύνθεση τριών διαφορετικών μύθων: περιπέτεια του Φάλσταφ με τις δυο κυράδες, ερωτική αντιζηλία ανάμεσα στο δόκτορα Καγιού, τον Σλέντερ και τον Φέντον, και τέλος κωμική διαμάχη ανάμεσα στον δόκτορα Καγιού και τον σερ Χιού Έβανς. Ένας μικρός κόσμος από όντα αφελή, χαζά ή σοβαροφανή αναδεύεται, μπερδεύεται, διασκεδάζει ή μωρολογεί στη μικρή πολιτεία του Ουίνζορ, αναδίνοντας την άχνα της περιορισμένης επαρχιακής αλλά και τόσο γραφικά πολύχρωμης ζωής, με τα ασήμαντα γεγονότα της και τους τρυφερά οικείους της τόνους. Νιώθουμε πως οι άνθρωποι αυτοί παίζουν μεταξύ τους ή και κάνουν κάποιον ανάμεσά τους περίγελο για να διακόψουν τη μονοτονία της καθημερινής ζωής τους – όπως γίνεται στην επαρχία ακόμα και στις ημέρες μας.

Στο κέντρο του μικρού αυτού κόσμου στέκεται, φυσικά, ο Φάλσταφ. Είν’ αλήθεια πως δεν έχει αναλογίες άλλες από τις εξωτερικές – τις σωματικές σχεδόν – με τον πληθωρικό ανυπότακτο, ξέχειλο από ευφορία ήρωα του “Ερρίκου Δ΄”, που ήταν η προσωποποίηση, θαρρεί κανείς, του ασυγκράτητου, εκτός νόμου ζωικού οίστρου της Αναγεννήσεως. Ο Φάλσταφ, στις “Εύθυμες κυράδες” πέφτει σε λάθη ασυγχώρητα για την παροιμιώδη κατεργαριά του, είναι εύπιστος, κάνει γκάφες. Ίσως έχει γεράσει, κι αυτό τον κάνει να μας φαίνεται σαν ο ίσκιος της παλιάς του λεβεντιάς. Όμως σ’ ένα τουλάχιστο σημείο είναι συνεπής με τον εαυτό του: Τον θέλουν ερωτευμένο, τίποτα ωστόσο δεν μας πείθει πως ερωτεύεται. Οι δυο παμπόνηρες κυράδες που θα τον μπλέξουν στα δίχτυα τους, η κυρία Παίητζ κ’ η κυρία Φορτ, είναι γι’ αυτόν “οι Ινδίες του, οι Ανατολικές κ’ οι Δυτικές”. Γυρεύει να επωφεληθεί από την υποτιθέμενη αδυναμία του, να βγάλει θετικό κέρδος, αυτός ο αθεράπευτα σπάταλος και χρεωμένος. Το κάτω-κάτω, και στη δύση του ακόμα ο Φάλσταφ, έμεινε αδιόρθωτος, ένα σκολιαρόπαιδο έτοιμο για τρέλες. Να τι τον κάνει ακόμα γνήσιο κι αγαπητό.

Οι τύποι που περιστρέφονται γύρω του είναι χρωματισμένοι με γοργές, αδρές πινελιές: Ο ουαλέζος κληρικός σερ Χιού Έβανς με την ιδιωματική προφορά του μοιάζει σαν ξένο πουλί μέσα στη φωλιά του Ουίνζορ, την αναστατωμένη πρόσκαιρα. Άνθρωπος ήμερος, ειρηνικός, βρίσκεται στην ανάγκη να μπλέξει σε καβγά με τον ευερέθιστο Γάλλο δόκτορα και ν’ αποπειραθεί ένα είδος μονομαχίας μαζί του. Η προσπάθειά του να πάρει κουράγιο ψευτοτραγουδώντας στην κρίσιμη στιγμή, ενώ έχει παλαβώσει από τον τρόμο, δίνει ευκαιρία σε μιαν από τις πιο νόστιμες σκηνές του έργου. Γελοιογραφημένος είναι ο δόκτωρ Καγιού που, αντάξιος αντίπαλος του Έβανς, σκοτώνει αλύπητα τη γλώσσα του τόπου στο ξενικό του στόμα, παραφέρεται, φοβερίζει, βρίζει, αλλά χωρίς συνέπειες. Πρέπει οι ξενοφερμένοι αυτοί να ήταν αφορμή για μεγάλο κέφι σε τόπους μικρούς, ανύποπτους ακόμα για τον μεγάλο κόσμο… Ο ειρηνοδίκης Σάλοου, βαρυσήμαντος χωρίς αντίκρυσμα, εύθικτος, καυχησιάρης, αξίζει κυρίως σαν ξάδερφος και προστάτης του κακορίζικου Σλέντερ: Εννοεί, με κάθε τρόπο, να τον παντρέψει. Όμως ο Σλέντερ είναι ό,τι χρειάζεται για να γελοιοποιηθούν στο πρόσωπό του οι αξιώσεις της περήφανης για τους τίτλους της οικογένειας του Σάλοου. Αν και αναστενάζει για τη χαριτωμένη Άννα Παίητζ, μόλις τους αφήνουν μόνους δεν βρίσκει τίποτα να της πει. Είναι γεννημένος λειψός, παρωδία ευγενικού απογόνου. Ο Hazlitt τον θεωρεί το καλύτερα σχεδιασμένο πρόσωπο του έργου. Η κυρα-Κουίκλυ έχει αποδοθεί με ρεαλιστική ενάργεια· οικονόμος στο σπίτι του δόκτορος Καγιού, ακολουθεί και το πανάρχαιο επάγγελμα της μεσίτρας των ερωτευμένων, όχι με πολλή ευσυνειδησία – είν’ η αλήθεια, – φλυαρεί, χώνει τη μύτη της παντού. Οι νοικοκυραίοι Φορτ και Παίητζ τέλος, οι γυναίκες τους, , κ’ η αλητοπαρέα του Φάλσταφ, συμπληρώνουν έναν πίνακα ζωηρόχρωμο της επαρχιακής ζωής.

Οι “Εύθυμες κυράδες” είναι κωμωδία γραμμένη με κέφι, κίνηση γοργή. Ο Johnson παρατηρεί πως έχει μια αρετή πολύ εύγλωττη: “ποτέ, γράφει, δεν φαίνεται να είχε θεατή ή αναγνώστη που να μη τη βρήκε πολύ σύντομη”.

_____________________________

  • Από το έντυπο πρόγραμμα του Εθνικού Θεάτρου για την παράσταση του έργου “Οι Εύθυμες κυράδες του Ουίνζορ” (Κεντρική Σκηνή, 22/03/1955 – 06/04/1955). Σκηνοθεσία Κ. Μιχαηλίδη, σκηνικά Κλ. Κλώνη, κοστούμια Αντ. Φωκά και χορογραφία Λουκίας.

  • Κεντρική φωτογραφία: Μ. Βασιλειάδου (Ρόμπιν), Χριστόφορος Νέζερ (Σερ Τζον Φάλσταφ), Άγγελος Γιαννούλης (Νυμ), Θόδωρος Ανδριακόπουλος (Πιστόλ), Βασίλης Παπανίκας (Μπάρντολφ).

Μοιράσου το!
ΔΡΩΜΕΝΑ ΜΕΛΕΤΕΣ-ΑΡΘΡΑ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

ΙΣΩΣ ΣΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ