Η αισθητική βάση των παραστάσεων

Η αισθητική βάση των παραστάσεων

Μοιράσου το!

Το Εθνικό Θέατρο της Ελλάδος, κάτω από τη σημερινή του μορφή, ιδρύθηκε πριν από 20 περίπου χρόνια. Σ’ αυτό το σχετικά μικρό διάστημα της ύπαρξής του δημιούργησε ιδιαίτερη πνευματική παράδοση και πήρε μοναδική θέση στην καλλιτεχνική ζωή της χώρας. Οι θεατρικές εκδηλώσεις υπήρξαν άπειρες, όμως από την πρώτη κιόλας μέρα της ίδρυσής του έβαλε σαν κύριο μέλημά του την αναγέννηση της αρχαίας τραγωδίας. Στο κεφάλαιο μάλιστα αυτό, πρέπει να σας υπενθυμίσω, πως είχε αρκετές και σοβαρές επιτυχίες. Για λόγους όμως που θα ήταν ανιαρό να σας αναφέρω αυτή τη στιγμή, η προσπάθειά του εκείνη δε στάθηκε δυνατό να συστηματοποιηθεί και να πάρει μόνιμο χαρακτήρα. Κι ακριβώς σ’ αυτό συνίσταται η σημασία της προσπάθειας, που αναλαβαίνει η νέα Διοίκηση του θεάτρου μας.

Είναι πολύ φυσικό, εμείς που γεννηθήκαμε και ζούμε σ’ αυτή τη χώρα, όπου σε κάθε του βήμα συναντά κανείς τ’ αχνάρια ενός ένδοξου παρελθόντος, να νοιώθουμε βαθύτερα από κάθε άλλον την ηθική υποχρέωση να εργασθούμε με όλες τις δυνάμεις για να ζωντανέψουμε και πάλι την τέχνη εκείνη, που γεννήθηκε κάποτε στη φιλόξενη τούτη γη και βρήκ0ε εδώ την υψηλότερή της καθιέρωση στην πιο υπέροχή της μορφή: εκείνη της δραματικής ποίησης. Γνωρίζουμε πολύ καλά τις κολοσσιαίες δυσκολίες που μας περιμένουν. Τα προβλήματα που έχουμε να λύσουμε είναι δύσλυτα. Ιδιαίτερα εκείνα του Χορού παρουσιάζουν εμπόδια που από πρώτη όψη μοιάζουν αξεπέραστα. Με δέος μπαίνουμε σ’ αυτό τον αγκαθόστρωτο δρόμο. Ξέρουμε πολύ καλά, πως οι λύσεις που θα παρουσιάσουμε, πολύ απέχουν από το να ’ναι τελειωτικές. Είναι ένα βήμα μονάχα στο δύσκολο κι ανηφορικό δρόμο, που σκοπεύουμε ν’ ακολουθήσουμε. Στην προσπάθεια αυτή έχουμε οδηγούς μας την πίστη και τον ενθουσιασμό. Θα μας βοηθήσουν όλοι εκείνοι, που προηγήθηκαν από μας· θα επωφεληθούμε και την πολύχρονη πείρα που απόχτησε το Ίδρυμα από την προεργασία του. Η συνεργασία δοκιμασμένης αξίας ειδικών καθώς κι η πολύτιμη συμμετοχή της μεγάλης μας Μαρίκας Κοτοπούλη, αποτελούν τα στοιχεία εκείνα, που μας επιτρέπουν να ελπίζουμε πως η προσπάθειά μας θα πετύχει.

Χρειάζονται τώρα και μερικές εξηγήσεις γενικού χαρακτήρα σχετικά με τη στάση, που σκοπεύουμε να τηρήσουμε απέναντι στα ζητήματα , για τα οποία μιλήσαμε πριν και πριν απ’ όλα απέναντι στο πιο δύσκολο, που αποτελεί πραγματικά δύσλυτο πρόβλημα για κάθε συνθέτη : του Χορού. Πριν από χρόνια, στην έναρξη των παραστάσεων της Εθνικής μας Σκηνής, είχαμε κιόλας πάρει σαφή στάση απέναντι σ’ αυτά τα προβλήματα κι είχαμε καθορίσει καθαρά τις αρχές που σκοπεύαμε ν’ ακολουθήσουμε για την επίλυσή τους.

Συνοψίζοντας τα δεδομένα και τα επιχειρήματα στο ελάχιστο μπορώ να πω, ότι και σήμερα ακόμη, η στάση μας απέναντι στα προβλήματα αυτά μένει, στις γενικές της γραμμές, η ίδια. Δίχως βέβαια να παραβλέπουμε τα ιστορικά δεδομένα, που έφτασαν ώς εμάς, δεν επιθυμούμε να σταματήσουμε πάνω στο γράμμα μονάχα μιας λεπτομερειακής ιστορικής αναπαράστασης, όσο το δυνατό πιστότερης, που θα παρουσίαζε μια παράσταση αρχαίας τραγωδίας παιζόμενη για θεατές της εποχής εκείνης και παρακολουθούμενη από σημερινούς ανθρώπους. Ένα τέτοιο εγχείρημα και στην περίπτωση ακόμα μιας απόλυτα πετυχημένης αναπαράστασης (περίπτωση δηλαδή αρκετά απίθανη) δεν θα ’χε για μας παρά ένα καθαρά αρχαιολογικό ενδιαφέρον. Θα επρόκειτο μ’ άλλα λόγια για μια μουσειακή υπόθεση, που θα ενδιέφερε μόνο τους ειδικούς. Εκείνο που ενδιαφέρει εμάς είναι η αναβίωση της βαθύτερης έννοιας της Τραγωδίας. Της ίδιας της τής πεμπτουσίας. Δεδομένου μάλιστα ότι ένα μεγάλο μέρος από τα βοηθητικά της στοιχεία αποτελεί υπόθεση άγνωστη και ξένη για το σημερινό θεατή, δεν υπάρχει κατά τη γνώμη μας παρά ένας μόνο τρόπος για να μεταδοθεί στο σύγχρονο άνθρωπο το τραγικό ρίγος και το ιερό δέος, που ένοιωθαν οι πρώτοι ακροατές των κλασσικών μας αριστουργημάτων : να παραιτηθούμε από την προσπάθεια μιας μουσειακής αναπαράστασης και να επιδιώξουμε ν’ αποσπάσουμε τη συγκίνησή μας, τονίζοντας τις αθάνατες ανθρώπινες αλήθειες, που κλείνει μέσα του ο αρχαίος “λόγος”. Η προσπάθειά μας λοιπόν έτεινε στο ν’ ανακαλύψουμε σύγχρονα μέσα κατάλληλα να μεταδώσουν στο σημερινό θεατή συναισθήματα παρόμοια μ’ εκείνα που δημιουργούνταν στην ψυχή των Αρχαίων.

Είναι γνωστό ιστορικά, πως ο Χορός, από την εποχή της γένεσης της Τραγωδίας ορχούνταν και τραγουδούσε. Αποτελούσε το λυρικό σκέλος του λόγου, ενώ οι πρωταγωνιστές γενικά χειρίζονταν το διαλογικό. Προσπαθήσαμε κρατώντας φυσικά τις δέουσες αναλογίες να βρούμε μια συγγενή λύση. Ο Χορός μας απαγγέλλει ομαδικά, ρυθμικά και μονοφωνικά, ακολουθούμενος συνήθως από μια μουσική που χρησιμεύει μονάχα για να τονίζει το ρυθμό, δίχως ποτέ ν’ αποχτά δική της υπόσταση κι αυτοτέλεια.

Οι ρυθμοί αυτοί όμως διαφοροποιούνται κι εναλλάσσονται ακολουθώντας μια εσωτερική ανάγκη, προκύπτουσαν από τα συναισθήματα που πρόκειται να εκφρασθούν. Νομίζουμε περιττό να προσθέσουμε πως το ίδιο συμβαίνει και με τις κινήσεις του Χορού, που ακολουθούν ανάλογο μηχανισμό για να εκφράσουν τις παραπάνω έννοιες. Η ρυθμική αυτή μονοφωνία του Χορού στα μέρη εκείνα όπου το λυρικό περιεχόμενο του κειμένου αυξάνει σ’ έξαρση, φτάνει λόγω των συχνών εναλλαγών και διαφοροποιήσεων να πλησιάζει τα όρια του άσματος. Σε παρόμοιες στιγμές κι οι κινήσεις του προσεγγίζουν στην Όρχηση. Πρέπει όμως να τονίσουμε εδώ – και αυτό έχει πρωταρχική σημασία -ότι όλα αυτά τα παραπάνω προβάλλουν από την αναπότρεπτη πίεση της εσωτερικής έντασης του “Λόγου῾ Ας μου επιτραπεί να εξηγηθώ με μια παραλλαγή λαϊκής παροιμίας : Τα λόγια κάνουν το σκοπό κι ο σκοπός τα λόγια.

Πρέπει ακόμη να προσέξουμε και το εξής σημαντικό και χαρακτηριστικό γεγονός :Η παραπάνω περίπτωσις δεν ισχύει αποκλειστικά και μόνο για το Χορό. Υπάρχουν στιγμές που κι οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές, παρασυρόμενοι από μια λυρική έξαρση, περνούν τα επιτρεπόμενα από τον “διαλογικό τόνο” όρια και πλησιάζουν κι αυτοί το σημείο απ’ όπου αρχίζει το άσμα. Ελπίζουμε, πως έτσι μεταχειριζόμενοι μεθοδικά και με περίσκεψη το σύστημα αυτό, που είναι στην υφή του μουσικό, θα φτάσουμε μια μέρα στον καθορισμό ενός τύπου άσματος και χορού, που θ’ ανήκουν αποκλειστικά και μόνο στην Τραγωδία.

Πριν τελειώσω, θα ’θελα επίσης να τονίσω πως, παρ’ όλη την πρωταρχική σημασία που δίνουμε στο καθαρά ανθρώπινο στοιχείο της Τραγωδίας, δεν παραμελήσαμε και τον θρησκευτικό παράγοντα, που αποτελεί ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της. Για να το πετύχουμε, τονίζουμε όσο το δυνατό τον τελετουργικό χαρακτήρα των παραστάσεων.

Αυτά τα λίγα αρκούν πιστεύω για να νοιώσει ο αναγνώστης στις γενικές του γραμμές το σύστημα της εργασίας μας. Άλλωστε ένα έργο τέχνης αξίζει μόνο του κι όταν οι ελπίδες στηρίζονται στα σχόλια και τις εξηγήσεις για να γίνει νοητό, τότε… παύει και να ’ναι έργο τέχνης. Οι γραμμές αυτές, χωρίς να θέλουν να κομίσουν “γλαύκα εις Αθήνας”ήταν αναγκαίες όμως για να δείξουν ότι έχουμε κάποιο νέο στοιχείο να προσφέρουμε : την απόδειξη πως από τη ζωή του σημερινού Έλληνα μπορεί κανείς να αντλήσει στοιχεία, που αποτελούν προαιώνια, προγονική κληρονομιά που όταν χρησιμοποιηθούν σωστά μπορούν να συντελέσουν στην αναγέννηση της Τραγωδίας στη χώρα αυτή, όπου κάποτε γεννήθηκε και Ομορφιά.

Ας μου επιτραπεί να τελειώσω με μια φράση του ξακουστού άγγλου Sir Henry Summer Maine : – Σ’ ένα μικρό λαό δόθηκε το προνόμιο της δημιουργίας προόδου. Ο Λαός αυτός είναι ο ελληνικός. Αν εξαιρέσουμε τις τυφλές δυνάμεις της φύσης, οτιδήποτε κινείται στον κόσμο μας είναι ή προέρχεται από κάτι το ελληνικό”.

___________________________

  • Πρώτη δημοσίευση : Περιοδικό ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ, 1 Σεπτεμβρίου 1949
  • Ο Δημήτρης Ροντήρης διετέλεσε σκηνοθέτης του Εθνικού Θεάτρου, του οποίου ανέλαβε και τη διεύθυνση κατά τους χρόνους 1946-1950 και 1953-1955.
  • Κεντρική φωτογραφία : Ο Δημήτρης Ροντήρης με την Μαρικα Κοτοπούλη (Κλυταιμνήστρα) σε δοκιμές για την “Ορεστεια” του Αισχύλου – 1949, Εθνικο θέατρο

Μοιράσου το!
ΔΡΩΜΕΝΑ ΜΕΛΕΤΕΣ-ΑΡΘΡΑ ΞΕΧΑΣΜΕΝΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

ΙΣΩΣ ΣΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ