“Το μπαλκόνι” του Ζαν Ζενέ | Θίασος Έλσας Βεργή (1962) – κριτική Β.Βαρίκα

“Το μπαλκόνι” του Ζαν Ζενέ | Θίασος Έλσας Βεργή (1962) – κριτική Β.Βαρίκα

Μοιράσου το!

Από την τριανδρία των “πρωτοποριακών” του Γαλλικού Θεάτρου, ο Ζαν Ζενέ, του οποίου το “Μπαλκόνι” είδαμε προχθές στο θέατρο της κ. Έλσας Βεργή, είναι ο “τολμηρότερος” αλλά και ο περισσότερο ποιητής. Στον Ιονέσκο και τον Μπέκετ ο “παραλογισμός” του σημερινού κόσμου δίνεται με τη μορφή μιας στατικής εικόνας. Βρισκόμαστε ακόμη στην περιοχή του ρεαλισμού, ενός ρεαλισμού βέβαια ιδιότυπου, αλλά αυθεντικού, αφού δεν μας απομακρύνει από την πραγματικότητα. Με τον Ζενέ ο ρεαλισμός ξεπερνιέται. Ο συγγραφέας του “Μπαλκονιού” δεν αρκείται να περιγράφει το υπάρχον. Αναζητάει τις ρίζες του, τις αιτίες, που το διεμόρφωσαν, αποτολμάει την ανατομία της ανθρώπινης ψυχής και κοινωνίας για να ανακαλύψει τα αίτια της ανθρώπινης μόνωσης, που δεν τη βλέπει, φαινόμενο παροδικό, γνώρισμα απλώς της εποχής μας, αλλά κάτι το συνυφασμένο με την ανθρώπινη φύση. Και τα συμπεράσματά του, από τα καταλυτικότερα που διατυπώθηκαν ποτέ ως φιλοσοφικός στοχασμός ή με τη βοήθεια της φαντασίας, θα τα συναντήσουμε στην πολύπλευρη λογοτεχνική του παραγωγή και, φυσικά, και στο θέατρό του. Περισσότερο όμως από τα συμπεράσματά του, τη βιοθεωρία του, εκείνο που μας κατακτά στον Ζενέ είναι η μαγεία της γλώσσας που μεταχειρίζεται, η ποίηση που δίνει υπόσταση στα “περίεργα” πλάσματα που δημιουργεί η τολμηρή του φαντασία. Ακόμη και όσοι δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν τον “ειρμό” των θεατρογραφημάτων του δεν μπορεί να μείνουν ανεπηρέαστοι από τον λόγο του.

Τις ανθρώπινες αυταπάτες έχει για στόχο του ο Ζενέ στο “Μπαλκόνι”. Το σπίτι της μαντάμ Ιρμά, όπου αναπτύσσεται η δράση του έργου, αποτελεί ένα είδος συμβόλου ή μικρογραφίας της κοινωνίας. Στον ιδιόμορφο αυτόν οίκον ανοχής, που το πρότυπό του, ο Ζενέ φαίνεται ότι το γνώρισε στο Παρίσι, κατά την περίοδο που ζούσε τη ζωή του υποκόσμου, συχνάζουν κάθε κοινωνικής τάξεως άνθρωποι που ζητάνε να ξεφύγουν από τον εαυτό τους και να ζήσουν για μερικές στιγμές το όνειρό τους. Αυτό που θα ήθελαν να είναι. Μερικές στολές και οι φροντίδες των τροφίμων της μαντάμ Ιρμά, τους μεταβάλλουνε σε Αρχιεπισκόπους, δικαστάς, στρατηγούς, ό,τι ο καθένας θα ονειρευόταν να ζήσει.

Η ανάπτυξη της δράσης σ’ ένα “οίκον της φαντασίας”, όπως χαρακτηρίζει ο συγγραφέας το σπίτι της Μαντάμ Ιρμά, δεν είναι τυχαία. Ο άνθρωπος, κατά τον Ζενέ, δεν ανέχεται την πραγματικότητα. Δημιουργεί μια πλαστή της εικόνα, μια αυταπάτη, μέσα στην οποία και βολεύεται. Είναι το μόνο, που μπορεί να του προσφέρει ικανοποίηση. Πράγματι, όταν οι τρόφιμοι του “οίκου της φαντασίας”, με την επιτυχία της επαναστάσεως που θα ξεσπάσει, θα κληθούν να παίξουν στην πραγματικότητα, τους ρόλους, που έσπευδαν να ζήσουν για μερικές στιγμές, θα νιώσουν τους εαυτούς των δυστυχισμένους, θα αρνηθούν να το πράξουν. Δεν ήταν η δύναμη που ζητούσαν, αλλά η αυταπάτη. Όμοια δυστυχισμένος παρουσιάζεται και ο διευθυντής της αστυνομίας, το μόνο πρόσωπο, που αντιπροσωπεύει κάτι το υπαρκτό. Είναι αυτός ο λόγος, που κανένας πελάτης δε δέχεται να υποδυθεί το ρόλο του. Θα χρειασθεί να ανακηρυχθεί “εθνικός ήρωας”, να βρει δηλαδή κι αυτός μια αυταπάτη, για να βρεθεί πελάτης, που να επιθυμήσει να υποδυθεί το ρόλο του.

Αλλά δεν είναι μονάχα τα άτομα, που προσφεύγουν στην αυταπάτη. Και η κοινωνία ολόκληρη σ’ αυτήν στηρίζεται. Και η σημερινή και η αυριανή : Μόλις η επανάσταση επικρατήσει, θα αισθανθεί την ανάγκη να αποκτήσει τα δικά της σύμβολα, να τοποθετήσει άλλα στη θέση αυτών, που εξαφάνισε… Για να τα αποδεχθεί και να τα χειροκροτήσει, της φθάνει η εξωτερική λάμψη. Αρκεί η διευθύντρια του οίκου ανοχής να ντυθεί τη βασιλική στολή, για να την επευφημήσουν όλοι σαν βασίλισσα, όπως θα χαιρετήσουν επίσης ως αρχιεπίσκοπο τον υδραυλικό, ή ως στρατηγό τον τραπεζικό υπάλληλο, τρόφιμους του σπιτιού της Μαντάμ Ιρμά, γιατί έτυχε να φορέσουν την κατάλληλη στολή από το ιματιοφυλάκιό του.

Αμφιβάλλω αν ποτέ άλλοτε αποτολμήθηκε σε τέτοιο βαθμό διασυρμός κοινωνικών θεσμών, αν ο άνθρωπος και τα ιδανικά του σαρκάστηκαν και απογυμνώθηκαν, όσο στο έργο του Ζενέ. Και ο διασυρμός αυτός με πραγματικά σαδιστική διάθεση, θα έλεγα, θα συνεχισθεί, για να ολοκληρωθεί η εφιαλτική εικόνα. Η αυταπάτη θα μας ειπεί, συνδέεται άμεσα με το σεξουαλικό ένστικτο. Οι κοινωνικοί θεσμοί δεν συμβολίζουν παρά την κυριαρχία και την υποταγή, τις δυο όψεις του ερωτικού διαλόγου. Με οίκον ανοχής παραβάλλει την κοινωνία και την βοήθεια των τροφίμων του θεωρεί απαραίτητη, για την ικανοποίηση των πελατών του, τη δημιουργία δηλαδή της αυταπάτης, που αναζητούν.

Η επανάσταση, επίσης, για να επιβληθεί, θα χρειασθεί να ανεβάσει σε σύμβολο και ιδανικό μια κοινή γυναίκα. Φυσικό άλλωστε, αφού, όπως θα ομολογήσει σε μια στιγμή ειλικρίνειας ένας από τους ηγέτες της, ο λαός με το επαναστατικό ξέσπασμα ηδονίζεται. Η επανάσταση, η όποια επανάσταση, δεν είναι παρά ένας τρόπος υποκαταστάσεως της ερωτικής ηδονής, για το πλήθος, που εξεγείρεται και αγωνίζεται για την επικράτησή της. Και έρχεται το τραγικό ερώτημα, που σαν εφιάλτης προβάλλει από το έργο του Ζενέ : Πώς να πιστέψεις, ή τι να ελπίσεις από τον άνθρωπο, όταν είναι μέσα στη φύση του, να υποκαθιστά την πραγματικότητα με το φάντασμά της και μοναδική επιδίωξή του παραμένει η ικανοποίηση του σεξουαλικού ενστίκτου, άμεσα ή έμμεσα ;

Καθαρά ατομική η εμπειρία του Ζενέ, φυσικό είναι στην έκφρασή της ν’ αναζητάει μια γλώσσα το ίδιο προσωπική. Το ύφος και η τεχνική του είναι βαθύτατα επηρεασμένα από τον σύγχρονο ποιητικό λόγο, που για να γίνει προσιτός, προϋποθέτει πάντα κάποια προσπάθεια και εξοικείωση. Είναι ακριβώς αυτό, που δυσκολεύει την άνετη παρακολούθηση του “Μπαλκονιού” από το θεατή, που έχει εθισθεί να απαιτεί παντού την αυστηρή λογική συνέπεια και του έχουν μείνει ξένοι οι πειραματισμοί των τελευταίων χρόνων στην περιοχή του θεάτρου και της λογοτεχνίας γενικότερα. Ποιητής, άλλωστε, ο Ζενέ, προσφεύγει συχνά στην υποβολή και με τη βοήθεια μιας τολμηρής, πρωτότυπης, σχεδόν αναρχικής, φαντασίας, και ενός λόγου, που τον δονεί και τον θερμαίνει το πάθος μιας πυρακτωμένης ψυχής, ξεδιπλώνει μπροστά μας τα εφιαλτικά του οράματα.

Δεν έχουμε, ίσως, πάντα τη δυνατότητα, να γνωρίσουμε και να κατανοήσουμε, σ’ όλα τα καθέκαστά του, τον κόσμο του ποιητή. Και μόνη όμως η παρουσία του μας προκαλεί τη φρίκη και το δέος, μας επιτρέπει να διαισθανθούμε την ύπαρξη μιας άλλη πραγματικότητας που ούτε την είχαμε φαντασθεί. Το επισημαίνουμε κυρίως στο πρώτο μέρος, όπου ο λόγος διατηρεί την υποβλητικότητα και τη μαγεία της αληθινής ποιήσεως. Γιατί, αργότερα, από αποκαλυπτικό μεταβάλλεται σε αποδεικτικό. Ζητάει να θεμελιώσει με λογικά επιχειρήματα την φιλοσοφία τού Ζενέ, να εξηγήσει τα σύμβολα. Έτσι, το έργο παρακολουθιέται, ίσως, ευκολότερα, αλλά και τραυματίζεται ανεπανόρθωτα.

Ο κ. Βολανάκης, που εκτός από τη μετάφραση του έργου, επιμελήθηκε και την παράσταση, απέφυγε κάθε τι το εντυπωσιακό, την επίδειξη δεξιοτεχνίας, για την οποία το”Μπαλκόνι” από την ίδια την υφή του, τόσο προσφέρεται, είχε όμως ν’ αντιπαλαίσει με πολλές δυσχέρειες και κυρίως με το ανεξοικείωτο των ηθοποιών σε έργα “πρωτοποριακού” δραματολογίου. Τις αντιμετώπισε στο μέτρο του δυνατού, παρουσιάζοντας ένα αρκετά ομοιογενές σύνολο. Η κ. Έλσα Βεργή είχε και τον κυνισμό και την επιβλητικότητα της Ίρμα. Η κ. Καλογεροπούλου σημειώνει αξιόλογη πρόοδο ως ηθοποιός, στο ρόλο της Κάρμεν. Πολύ καλή Σαντάλ η κ. Βενέτη, και άριστος αυλικός ο κ. Ζάχος. Το ίδιο και ο κ. Δενδρινός ως Αρχιεπίσκοπος. Θα ξεχωρίσω ακόμη τον κ. Χριστογιαννόπουλο (Στρατηγός) και τον κ. Ταξιάρχη (Αστυνόμος).

Δύσκολα θα μπορούσε να ζητήσει κανένας καταλληλότερο πλαίσιο από τα σκηνικά του κ. Γ. Γαϊτη.

_________________________

ΤΑ ΝΕΑ, 27 Οκτωβρίου 1962


Μοιράσου το!
ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ ΔΡΩΜΕΝΑ ΚΡΙΤΙΚΗ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

ΙΣΩΣ ΣΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ