“Το μπαλκόνι” του Ζαν Ζενέ | Θίασος Έλσας Βεργή (1962) – κριτική Κ. Σκαλιόρα

“Το μπαλκόνι” του Ζαν Ζενέ | Θίασος Έλσας Βεργή (1962) – κριτική Κ. Σκαλιόρα

Μοιράσου το!

Τι συμβολίζει το “Μπαλκόνι” του Ζαν Ζενέ; Την κοινωνία μας; Ή κάτι που την ξεπερνάει; Τι είναι εκείνο που διασύρεται και που διαπομπεύεται στον οίκο ανοχής της κυρίας Ίρμας; Μια οργανωμένη μορφή της πραγματικότητας; Ή η ίδια η φαντασία του ανθρώπου; Αυτή που παρακινημένη από το ερωτικό ένστικτο κι απ’ τον πόθο της δύναμης παίζει αδιάκοπα ένα παιχνίδι κυριαρχίας και υποτέλειας;

Μ’ όλο που οι παραπομπές σε γνώριμες κοινωνικές κατηγορίες φαίνονται εύκολες, μ’ όλο που η ιερόσυλη μανία του Ζενέ μοιάζει να υποδεικνύει το στόχο, το “Μπαλκόνι” είναι ίσως περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο ένα άνισο κι ατίθασο ποίημα με θέμα το θάνατο. Ο θάνατος είναι που καραδοκεί παντού, αυτός είναι που διαλέγει, στη σειρά, όλα τα προσωπεία, και μέσα κι έξω απ’ τον οίκο της φαντασίας. Οι πελάτες του πορνείου που γδύνονται τον καθημερινό τους εαυτό για να φορέσουν τις μάσκες τους, για να παίξουν το ρόλο των “ειδώλων” που σμιλεύονται εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια, πάνε να προϋπαντήσουν το θάνατό τους. Βγαίνοντας απ’ την ανωνυμία, γυρεύοντας να συμπέσουν με μιαν εικόνα, φιλοδοξώντας να πάρουν μια μορφή αμετακίνητη κι οριστική, μια μορφή που να εξουσιάζει τους άλλους, όπως εξουσίαζε τη δική τους φαντασία, έχουν κιόλας αρχίσει να οδεύουν προς την ακινησία του μνημείου, προς την οριστικότητα του τάφου. Δεν είναι το λειτούργημα που τους ενδιαφέρει, είναι η όψη των λειτουργών. Γι’ αυτό, τη στιγμή που διαλαλούν την δύναμή τους, ξέρουμε πως έχουμε να κάνουμε με άδειες πανοπλίες. Το πέρασμα απ’ την άλλη μεριά του καθρέφτη, ισοδυναμεί με την άρνηση της ζωής.

Κι οι ζωντανοί; Αυτοί που ξεσηκώνονται και θυσιάζονται; Πνίγονται απ’ τα είδωλα, σαν την αναμμένη φωτιά που σβήνει κάτω από έναν νεκρό όγκο.

Πότε ζει λοιπόν κανείς; Πότε είναι στ’ αλήθεια ο εαυτός του; Μ’ αυτά τα ερωτήματα αφήνει το θεατή το Μπαλκόνι” – χωρίς να είναι άλλωστε και τα μόνα. Όπως δεν είναι βέβαια υποχρεωτικό να ιδωθεί το έργο μόνο με την οπτική που προτείναμε. Δεν θα ήταν λ.χ. αδικαιολόγητο να ζητηθεί μια πιθανή εξήγηση στην ανάγκη της αυταπάτης ή στην έμμεση παρουσία του ερωτικού κεντρίσματος σε κοινωνικά φαινόμενα που αποδίδονται συνήθως σε διαφορετικά αίτια. Αυτό που είναι αναμφισβήτητο είναι η βιαιότητα μιας απαισιοδοξίας που μοιάζει να καταστρέφει με λύσσα ό,τι θα μπορούσε να την αναιρέσει. Ο Ζενέ φυλάει όλες τις εξόδους. Σωτηρία δεν υπάρχει. Και θα ’λεγες πως η αφάνταστη χλιδή της γλώσσας –της ωραιότερης ίσως που ακούστηκε στο γαλλικό θέατρο μετά τον Ζιρωντού– φυλακίζει ασφαλέστερα τα πρόσωπα μέσα σε ένα τεράστιο κελί, κατάφορτο με ποικίλματα. Στον πλούτο της εκφράσεως βρίσκεται και η σοβαρότερη δυσκολία που έχει ν’ αντιμετωπίσει ο θεατής για την παρακολούθηση του έργου – και ο μεταφραστής για την μεταφορά του σ’ άλλη γλώσσα. Κι αν ακόμα το ελληνικό κείμενο του Μ. Βολανάκη ήταν καλύτερο, ένα μεγάλο μέρος από τη λάμψη του πρωτότυπου ήταν αναπόφευκτο να θαμπώσει.

Η παράσταση έχει ένα γνώρισμα σπάνιο για την ελληνική σκηνή: αισθάνεται κανείς πως υπάρχει ένα χέρι στο πηδάλιο. Τόσο η ερμηνεία, όσο και οι ηθοποιοί έχουν μια γραμμή πλεύσεως. Δεν φτάνουν να κάνουν διάφανο ό,τι δεν είναι, αλλά αυτό δεν είναι δυνατόν να τους το προσάψουμε. Η σκηνοθεσία του Βολανάκη κατάφερε να δώσει έναν κυριαρχικό τόνο, στον οποίο συμμόρφωσε διαφορετικής ιδιοσυγκρασίας ηθοποιούς. Το επίτευγμα είναι υπολογίσιμο. Η Έλσα Βεργή παίζει την κυρία Ίρμα με αδρότητα και σκηνική σιγουριά, χωρίς ίσως να δίνει πάντοτε στον κυνισμό του προσώπου την αιχμηρότητα που απαιτεί. Στο ρόλο της Κάρμεν, της “προσφιλούς τροφίμου”, η Ξένια Καλογεροπούλου έδειξε πως, καλά οδηγημένη δεν χρειάζεται να περιορίζεται σ’ ένα είδος. Αξιοπρόσεκτη η Σαντάλ της Άννας Βενέτη και εύστοχο το “ύφος” του Ορφέα Ζάχου (Αυλικού). Εγκωμιαστικά θα πρέπει ν’ αναφερθούν και οι Λιάκος Χριστογιαννόπουλος (Στρατηγός), Τάσος Παπαδάκης (Δικαστής), Φοίβος Ταξιάρχης (Αρχηγός της Αστυνομίας) και Νίκος Βασταρδής (Ροζέ).

Οι σκηνογραφίες του Γιάννη Γαΐτη μας αφήνουν με την ακόλουθη απορία: πώς σ’ ένα τόσο μικρό θέατρο και σ’ ένα έργο όπου τα κοστούμια έχουν τόσο έντονους χρωματισμούς, δεν βρέθηκε μια απλούστερη λύση για τα σκηνικά, έτσι που χωρίς να θυσιάζεται καθόλου η υποβλητικότητα, να μην συμπλέκεται ο διάκοσμος με τους ηθοποιούς;

Το έργο

Οι πελάτες που συχνάζουν στον “οίκο φαντασίας” της κυρίας Ίρμας, δεν βρίσκουν μόνο πρόθυμες τροφίμους να τους περιμένουν. Βρίσκουν κυρίως τα σύνεργα μιας τελετής, τα ενδύματα ενός ρόλου, τους συνένοχους μιας αυταπάτης. Αυτός που θέλει να είναι Επίσκοπος βρίσκει τα άμφια και την αμαρτωλή που του γυρεύει άφεση αμαρτιών. Αυτός που θέλει να είναι Δικαστής: μια τήβεννο, μια κλέφτρα κι ένα δήμιο. Αυτός που θέλει να είναι Στρατηγός: μια στολή κι ένα κορίτσι-άλογο. Την ψευδαίσθηση της ισχύος, οι πελάτες της κυρίας Ίρμας την αναζητούν ενώ το “Μπαλκόνι” περικυκλώνεται από τους επαναστάτες κι ενώ η διευθύντριά του περιμένει μ’ αγωνία το φίλο της τον Αρχηγό της Αστυνομίας για να την προστατέψει. Ο μεγάλος καημός του προστάτη της –που κατορθώνει να φτάσει ώς το “Μπαλκόνι”– δεν είναι τόσο η πορεία της επαναστάσεως, όσο η απουσία του από τη μυθολογία του οίκου. Αυτός που έχει όλη την εξουσία στα χέρια του, απελπίζεται γιατί κανείς ακόμα δε ζήτησε να “παίξει” τον Αρχηγό της Αστυνομίας. Την ίδια ώρα, από την μεριά των επαναστατών βλέπουμε ν’ ανατέλλει ένα νέο είδωλο: η Σαντάλ, η πόρνη που αγάπησε ο Ροζέ, ο επαναστάτης και που εμψυχώνει τώρα τους στασιαστές με το τραγούδι της. “Δεν σ’ έκλεψα για να γίνεις ένας δικέφαλος αητός” θα της πει ο Ροζέ. Αλλά εκείνη δεν θα τον ακούσει, θα πάει να γίνει “ένα έμβλημα”. Στο “Μπαλκόνι” εμφανίζεται εν τω μεταξύ ο Αυλικός που προτείνει στην κυρία Ίρμα να πάρει τη θέση της Βασίλισσας που σκοτώθηκε. Μόλις εκείνη δεχθεί, οι πελάτες που μεταμφιέζονταν πριν σε Επισκόπους, Δικαστές και Στρατηγούς υποχρεώνονται να κρατήσουν τους ρόλους τους και έξω από τον “οίκο φαντασίας”. Κι όταν όλοι εμφανισθούν μπροστά στο πλήθος με τις απαστράπτουσες φορεσιές τους, η Σαντάλ θα έρθει να παρεμβληθεί ξαφνικά ανάμεσα στη Βασίλισσα και στο λαό. Η Βασίλισσα υποκλίνεται, αλλά την ίδια στιγμή μια πιστολιά ρίχνει τη Σαντάλ νεκρή.

Ο Αρχηγός της Αστυνομίας που γίνεται Εθνικός Ήρως πληροφορείται –επιτέλους– πως εμφανίσθηκε στο “Μπαλκόνι” κάποιος που ζήτησε να υποδυθεί το ρόλο του. Ο νέος πελάτης είναι ο Ροζέ, ο επαναστάτης. “Παίζει” τον Ήρωα κι όταν η χρονική προθεσμία εξαντλείται, αντί να ξαναγυρίσει στη ζωή, ευνουχίζεται. Ο Αρχηγός της Αστυνομίας κατεβαίνει για πάντα στο Μαυσωλείο του –παραγγέλνοντας τρόφιμα για δυο χιλιάδες χρόνια– και η Βασίλισσα ξαναγίνεται η κυρία Ίρμα, απελευθερώνοντας δικαστές, στρατηγούς, επισκόπους – και θεατές.

__________________

  • ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ. 3 Νοεμβρίου 1962

Μοιράσου το!
ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ ΔΡΩΜΕΝΑ ΚΡΙΤΙΚΗ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

ΙΣΩΣ ΣΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ