Ο αρχαίος Σαίξπηρ

Ο αρχαίος Σαίξπηρ

Μοιράσου το!

  • VICTOR HUGO

Ο αρχαίος Σαίξπηρ είναι ο Αισχύλος. Ας ξαναρθούμε στον Αισχύλο. Αυτός είναι ο πρόγονος του θεάτρου. Αυτό το βιβλίο θα ’τανε άπλερο αν δεν είχε ο Αισχύλος την ιδιαίτερή του θέση. Ένας άνθρωπος που δεν ξέρουμε πώς να τον κατατάξουμε στον αιώνα του, όσο είναι απ’ έξω και ταυτόχρονα πίσω κι εμπρός, ο μαρκήσιος ντε Μιραμπώ, αυτός, ο αφόρητος φιλάνθρωπος και πολύ σπάνιος στοχαστής, είχε μια βιβλιοθήκη που στις δυο γωνιές της είχε δυο αγάλματα, ενός σκύλου και μιας αίγας, σε ανάμνηση του Σωκράτη που ορκιζότανε στον σκύλο και του Ζήνωνα που ορκιζότανε στον κάπρο. Αυτή η βιβλιοθήκη είχε τούτη την ιδιορρυθμία: από τη μια μεριά είχε τον Ησίοδο, το Σοφοκλή, τον Ευριπίδη, τον Πλάτωνα, τον Ηρόδοτο, τον Θουκυδίδη, τον Πίνδαρο, το Θεόκριτο, τον Ανακρέοντα, το Θεόφραστο, το Δημοσθένη, τον Πλούταρχο, τον Κικέρωνα, τον Τίτο-Λίβιο, τον Σενέκα, τον Πέρση, το Λουκιανό, τον Τερέντιο, τον Οράτιο, τον Οβίδιο, τον Προπέρκιο, τον Τίβουλο, το Βιργίλιο, κι από πάνω διαβάζαμε χαραγμένο με χρυσά γράμματα: AMO, από την άλλη είχε μονάχα τον Αισχύλο, κι από κάτω αυτή τη λέξη: TIMEO.

Ο Αισχύλος, πραγματικά, είναι φοβερός. Το πλησίασμά του συνοδεύεται με σεισμό. Έχει τη μάζα και το μυστήριο. Βάρβαρος, παράξενος, εμφαντικός, αντιθετικός, πομπώδης, παράλογος, αυτή είναι η απόφαση που έδωσε γι’ αυτόν η σημερινή επίσημη ρητορική. Αυτή η ρητορική θα αλλάξει. Ο Αισχύλος είναι από κείνους τους ανθρώπους που ο επιπόλαιος κριτικός χλευάζει ή περιφρονεί, αλλά που ο αληθινός κριτικός τον πλησιάζει μ’ ένα είδος ιερού φόβου. Ο φόβος της μεγαλοφυΐας είναι η απαρχή της καλαισθησίας.

Μέσα στον αληθινό κριτικό υπάρχει πάντα ένας ποιητής, έστω και σε λανθάνουσα κατάσταση. Όποιος δεν καταλαβαίνει τον Αισχύλο είναι αγιάτρευτα μέτριος. Απάνω στον Αισχύλο μπορούμε να δοκιμάσουμε τις διάνοιες. Το δράμα είναι μια περίεργη μορφή της τέχνης. Η διάμετρός του αρχίζει από τους Επτά επί Θήβας και φτάνει ώς το Philosophe sans le savoir, κι από τον Μπριτ’ Ουαζόν, στον Οιδίποδα. Ο Θυέστης βρίσκεται αυτού, όπως ο Τουρκαρέτος. Αν θέλετε να τον καθορίσετε, βάλτε στον προσδιορισμό σας την Ηλέκτρα και τον Μαρτόν.

Το δράμα είναι απογοητευτικό. Παραπλανεί τους αδύναμους. Αυτό έρχεται από την καθολικότητά του. Το δράμα έχει όλους τους ορίζοντες. Αν κρίνουμε από την ικανότητά του. Η εποποιία κατάφερε να συγχωνευτεί με το δράμα, και το αποτέλεσμα είναι αυτή η θαυμαστή λογοτεχνική καινοτομία, που αποτελεί ταυτόχρονα μια κοινωνική δύναμη, το μυθιστόρημα.

Το μυθιστόρημα είναι ο χαλκός, ο φτιαγμένος από το αμάλγαμα του επικού και του λυρικού. Ο Δον Κιχώτης είναι Ιλιάδα, ωδή και κωμωδία.

Αυτή είναι η δυνατή διεύρυνση του δράματος. Το δράμα είναι το πιο απλόχωρο δοχείο της τέχνης. Απ’ αυτού κρατάνε και ο Θεός και ο Σατανάς· κοιτάξτε τον Ιώβ.

Από τη σκοπιά της απόλυτης τέχνης, η ιδιότητα της εποποιίας είναι η μεγαλοσύνη, η ιδιότητα του δράματος είναι η απεραντοσύνη. Το απέραντο διαφέρει από το μεγάλο στο ότι αποκλείει, αν του αρέσει, τη διάσταση, “ξεπερνώντας το μέτρο” όπως λένε στην κοινή γλώσσα, στο ότι μπορεί, χωρίς να χάνει την ωραιότητα, να χάνει τις αναλογίες. Είναι αρμονικό σαν το Γαλαξία. Με την απεραντοσύνη αρχίζει το δράμα, εδώ και τέσσερις χιλιάδες χρόνια, με τον Ιώβ που τον φέραμε στη μνήμη μας και, εδώ και δυόμισι χιλιάδες χρόνια, με τον Αισχύλο. Με την απεραντοσύνη συνεχίζεται στο Σαίξπηρ. Ποια πρόσωπα παίρνει ο Αισχύλος; τα ηφαίστεια, αφού μια από τις χαμένες του τραγωδίες ονομάζεται Αίτνα· ύστερα τα βουνά, τον Καύκασο με τον Προμηθέα· ύστερα τη θάλασσα, τον ωκεανό απάνω στο δράκοντά του, και τα κύματα, τις ωκεανίδες· ύστερα τη μεγάλη ανατολή, τους Πέρσες· ύστερα τα απύθμενα ερέβη, τις Ευμενίδες. Ο Αισχύλος δοκιμάζει τον άνθρωπο με το γίγαντα. Μέσα στο Σαίξπηρ το δράμα πλησιάζει στην ανθρωπότητα, αλλά μένει κολοσσιαίο. Ο Μάκβεθ μοιάζει μ’ έναν πολικό Ατρείδη. Το βλέπετε, το δράμα ανοίγει τη φύση, ύστερα ανοίγει την ψυχή· και κανένα όριο σ’ αυτό τον ορίζοντα. Η εποποιία μπορεί να είναι μόνο μεγάλη, το δράμα είναι αναγκασμένο να είναι απέραντο.

Αυτή η απεραντοσύνη είναι όλος ο Αισχύλος, κι είναι όλος ο Σαίξπηρ. Το απέραντο, μέσα στον Αισχύλο, είναι μια θέληση. Είναι ακόμα και μια ιδιοσυγκρασία. Ο Αισχύλος επινοεί τον κόθορνο, που μεγαλώνει τον άνθρωπο, και τη μάσκα, που χοντραίνει τη φωνή. Οι μεταφορές του είναι τεράστιες. Ονομάζει τον Ξέρξη “άνθρωπο με τα μάτια του δράκοντα”. Η θάλασσα, που είναι μια πεδιάδα για τόσους ποιητές, είναι για τον Αισχύλο “ένα δάσος”, άλσος. Αυτά τα μεγεθυμένα πρόσωπα, που προσιδιάζουν στους υπέρτατους ποιητές, και μόνο σε αυτούς, είναι αληθινά στο βάθος τους, με μια αλήθεια ονειροπόλησης. Ο Αισχύλος συγκινεί ώς το σημείο να προκαλεί σπασμούς. Οι τραγικές του εντυπώσεις εξασκούν πραγματική επίδραση επάνω στους θεατές. Όταν μπαίνουνε οι Ευμενίδες του Αισχύλου, οι γυναίκες αποβάλλουν. Ο Πολυδεύκης ο λεξικογράφος βεβαιώνει πως βλέποντας εκείνα τα φιδίσια πρόσωπα κι εκείνα τα κινούμενα κορμιά, υπήρχανε παιδιά που παθαίνανε επιληψία και πεθαίνανε. Αυτό είναι, βέβαια, “το να πηγαίνει πέρα από το σκοπό”. Η ίδια η χάρη του Αισχύλου, αυτή η περίεργη και υπέρτατη χάρη που αναφέραμε κιόλας, έχει κάτι το κυκλώπειο. Είναι ο χαμογελαστός Πολύφημος. Καμιά φορά το γέλιο είναι τρομαχτικό και μοιάζει σα να κρύβει κάποια σκοτεινή οργή. Βάλτε, παραδείγματος χάρη, μπροστά στην Ελένη, αυτούς τους δυο ποιητές, τον Όμηρο και τον Αισχύλο. Ο Όμηρος νικιέται αμέσως, και θαυμάζει. Ο θαυμασμός του συγχωρεί. Ο Αισχύλος, συγκινημένος, μένει ανεξερεύνητος. Ονομάζει την Ελένη: μοιραίο άνθος· ύστερα προσθέτει: Γαλήνια ψυχή, σαν την ήρεμη θάλασσα. Μια μέρα ο Σαίξπηρ θα πει: Προδότρα σαν το κύμα.

**

Το θέατρο είναι ένα καλούπι πολιτισμού. Είναι ένας τρόπος ανθρώπινης κοινωνίας. Όλες τους οι φάσεις πρέπει να εξεταστούν. Γιατί στο θέατρο διαμορφώνεται η ψυχή του κοινού. Είδαμε πού ήτανε το θέατρο στον καιρό του Μολιέρου και του Σαίξπηρ, θέλετε να δούμε ποιο ήτανε στον καιρό του Αισχύλου; Πάμε σ’ αυτό το θέαμα.

Δεν είναι πια το άρμα του Θέσπιδος, δεν είναι πια το ικρίωμα του Σουσαρίωνα, δεν είναι πια το ξύλινο αμφιθέατρο του Χοιρίλου. Η Αθήνα, νιώθοντας να έρχεται ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης, έφτιαξε θέατρα από πέτρα. Χωρίς στέγη, με τον ουρανό για ταβάνι, με το φως της ημέρας για φωτισμό, μια μακριά πλατεία από πέτρα με πόρτες και σκάλες κι απέναντι ένα τείχος, με τους ηθοποιούς και το χορό να πηγαινοέρχονται σε αυτή την πλατεία που είναι η σκηνή και να παίζουνε το έργο· στο κέντρο, στο μέρος που είναι σήμερα η τρύπα του υποβολέα, ένας μικρός βωμός του Βάκχου, η θυμέλη απέναντι στην πλατεία, ένα απλόχωρο ημικύκλιο από πέτρινα σκαλοπάτια, και πέντε ή έξι χιλιάδες άνθρωποι να κάθονται αυτού ανάκατα. Αυτό είναι το εργαστήριο. Αυτού η μυρμηγκιά του Πειραιά γίνεται Αθήνα. Αυτού ο όχλος γίνεται κοινό, ώσπου ο όχλος να γίνει λαός. Πραγματικά ο όχλος βρίσκεται αυτού. Όλος ο όχλος, με τα γυναικόπαιδα και τους σκλάβους, και με τον Πλάτωνα που σμίγει τα φρύδια του.

Αν είναι γιορτή, αν είμαστε στα Παναθήναια, στα Λήναια ή στα μεγάλα Διονύσια, βλέπουμε και τους προύχοντες: οι πρόεδροι, οι επιστάτες και οι πρυτάνεις κάθονται στην τιμητική τους θέση. Αν η τριλογία είναι τετραλογία, αν η παράσταση τελειώνει με ένα έργο με σάτυρους, αν οι φαύνοι, οι μαινάδες, οι αιγόποδες έρχονταν στο τέλος για να σκαρώσουμε φάρσες, αν ανάμεσα στους σχεδόν ιερείς ηθοποιούς που τους ονομάζουν “ανθρώπους του Βάκχου”, θα είναι κι ο ευνοούμενος ηθοποιός που ξεχωρίζει στους δυο τρόπους της ρητορείας, στον παράλογο όπως και στον παρακατόλογο, αν ο ποιητής είναι αρκετά αγαπητός στους ανταγωνιστές του ώστε να έχουνε την τύχη να δούνε μέσα στο χορό διάσημους άντρες, σαν τον Εύπολη, τον Κρατίνο, ή και τον Αριστοφάνη, Eupolis atque Cratinus Aristofanes poetas, όπως θα πει μια μέρα ο Οράτιος, αν παίζουν ένα έργο με γυναίκες, έστω και την γριά Άλκηστη του Θέσπιδα, το θέατρο είναι γεμάτο, υπάρχει ο όχλος. Ο όχλος είναι κιόλας με το μέρος του Αισχύλου, όπως θα είναι, όπως διαπιστώνει ο πρόλογος των Βακχίδων, με το μέρος του Πλαύτου, “ένας σωρός από ανθρώπους απάνω στις κερκίδες, που βήχουνε, φτύνουνε, φταρνίζονται, που θορυβούν με το στόμα τους και μορφάζουν ore concepario, που σκύβουνε ο ένας κοντά στον άλλο και μιλούνε για τις υποθέσεις τους”. Ο ίδιος που είναι σήμερα.

Οι μαθητές γράφουνε με κάρβουνο στο τείχος, άλλες φορές από θαυμασμό, άλλες από ειρωνεία, στίχους γνωστούς, κι ανάμεσα σε άλλους τον περίεργο ιαμβικό μονόλεκτο

Αρχαιομελησιδωνοφρυιηχήρατα.

Δεν είναι μόνο οι μαθητές που κάνουνε θόρυβο· είναι κι οι γέροι. Εμπιστευθείτε το θόρυβο στους γέροντες των Σφηκών του Αριστοφάνη. Υπάρχουνε δυο σχολές: από την μια μεριά ο Θέσπις, ο Σουσαρίωνας ο Πρατίνος από την Φλιούντα, ο Επιγένης από τη Σικυώνα, ο Φρύνιχος, ο ίδιος ο Μίνωας, από την άλλη μεριάς ο νεαρός Αισχύλος. Ο Αισχύλος είναι εικοσιοκτώ χρονών. Δίνει την τριλογία Προμηθέας. Ο Προμηθέας ο φωτοδότης, ο Προμηθέας δεσμώτης, ο λυτρούμενος Προμηθέας, που τελειώνει με κάποιο κομμάτι με σάτυρους, τους Αργείους ίσως, που ο Μακρόβιος μας διατήρησε ένα απόσπασμά τους. Η παλιά έριδα των δυο εποχών ξεσπάει· γκρίζες γενειάδες ενάντια σε μαύρα μαλλιά, συζητώντας τσακώνονται· οι γέροντες είναι με το μέρος των παλιών· οι νέοι είναι με τον Αισχύλο. Οι νέοι υπερασπίζονται τον Αισχύλο ενάντια στον Θέσπιδα, όπως θα υπερασπίσουνε τον Κορνέιγ απέναντι στο Γκαρνιέ.

Οι γέροι είναι οργισμένοι. Ακούστε τα γρινιάσματα των νεστόρων. Τι είναι η τραγωδία; Είναι το τραγούδι των τράγων. Πού είναι ο τράγος σ’ αυτό τον Προμηθέα δεσμώτη; Η τέχνη είναι σε παρακμή. Και επαναλαμβάνουν την περίφημη αντίρρηση: quid pro Bacco; “τι έχει για το Βάκχο”. Οι πιο αυστηροί, οι καθαρολόγοι, δεν παραδέχονται ούτε το Θέσπιδα και θυμίζουνε πως, για μόνο το γεγονός πως απόσπασε και απομόνωσε σ’ ένα έργο ένα επεισόδιο από τη ζωή του Βάκχου, την ιστορία του Πενθέα, ο Σόλωνας είχε υψώσει το ραβδί του στο Θέσπιδα, ονομάζοντάς τον “ψεύτη”. Μισούσανε αυτό το νεωτεριστή τον Αισχύλο. Κατηγορούνε όλες αυτές τις επινοήσεις που έχουνε για σκοπό να κάνουνε το δράμα να μοιάζει με τη φύση, με τη χρήση του ανάπαιστου για το χορό, του ίαμβου για το διάλογο και του τροχαίου για το πάθος, όπως αργότερα κατηγορήσανε το Σαίξπηρ για το πέρασμα από την ποίηση στην πρόζα, και το θέατρο του δέκατου ένατου αιώνα γι’ αυτό που ονομάζουμε διακεκομμένο στίχο. Αυτός είναι αφόρητος νεωτερισμός. Κι ύστερα, ο αυλός τραγουδάει πολύ δυνατά, και το τετράχορδο πολύ χαμηλά, και τι κάνανε την παλιά ιερή διαίρεση της τραγωδίας σε μονωδία, στάσιμο και έξοδο; Ο Θέσπις έβγαλε στη σκηνή μόνο έναν ηθοποιό που να μιλούσε: να ο Αισχύλος που βάζει δυο. Σε λίγο θα μπούνε τρεις (πραγματικά, σε λίγο θα ερχότανε ο Σοφοκλής). Ώς πού θα φτάσουμε. Αυτές είναι ανευλάβεια. Και πώς αυτός ο Αισχύλος τολμάει να ονομάζει το Δία: πρύτανη των αθανάτων; Ο Δίας ήτανε θεός, και τώρα δεν είναι παρά ένας άρχοντας. Πού πάμε; η θυμέλη, ο παλιός βωμός της θυσίας κατάντησε τώρα μια έδρα για τον κορυφαίο! Ο χορός έπρεπε να περιορίζεται να εκτελεί τη στροφή, δηλαδή τη στροφή στα δεξιά, ύστερα την αντιστροφή, δηλαδή τη στροφή προς τα αριστερά, ύστερα την επωδό, δηλαδή την παύση· τι σημαίνει όμως ο χορός να φτάνει απάνω σ’ ένα φτερωτό άρμα; Ποιος οίστρος κυνηγάει την Ιώ; Γιατί ο ωκεανός έρχεται ανεβασμένος πάνω σ’ ένα δράκοντα; Αυτό είναι θέμα κι όχι κωμωδία. Πού πήγε η παλιά απλότητα; Τούτο το θέαμα είναι παιδιάστικο. Ο Αισχύλος σας είναι ζωγράφος, διακοσμητής, θορυβοποιός, τσαρλατάνος, καταφερτζής. Όλα για τα μάτια, τίποτα για τη σκέψη. Στην φωτιά όλα αυτά τα έργα, κι ας αρκεστούμε να απαγγέλλουμε τους παλιούς παιάνες του Τύννιχου! Τελικά, ο Χοιρίλος είναι κείνος που άρχισε το κακό με την τετραλογία του, τους Κουρήτες. Και υι είναι οι Κουρήτες, σας παρακαλώ, θεοί σιδηρουργοί. Ε λοιπόν, έπρεπε απλούστατα να βάλουνε στη σκηνή τις πέντε οικογένειές τους να δουλεύουνε, τους Δάκτυλους να βρίσκουνε το μέταλλο, τους Καβείρους που επινοούνε το αμόνι, τους Κορύβαντες που φτιάχνουνε το ξίφος και το υνί του άροτρου, τους Κουρήτες να φτιάχνουνε την ασπίδα, και τους Τελχίνες να σκαλίζουνε τα κοσμήματα. Βέβαια ήτανε πολύ ενδιαφέρον έτσι. Με το να επιτρέπουνε όμως στους ποιητές να ανακατεύουνε σ’ αυτά και την περιπέτεια του Πλέξιππου και του Τοξία, τα χάνουνε όλα. Είναι απαίσιο. Ο Αισχύλος θα έπρεπε να δικαστεί και να πιει το κώνιο σαν εκείνο τον άλλο το γεροάθλιο το Σωκράτη. Θα δείτε πως θα αρκεστούνε να τον εξορίσουνε. Όλα τα πράγματα εκφυλίζονται.

Και οι νέοι ξεσπούνε στα γέλια. Επικρίνουνε κι αυτοί, αλλά άλλο πράγμα. Τι παλιόκουτος αυτός ο Σόλωνας! Αυτός είναι που καθιέρωσε τον επώνυμο άρχοντα. Τι ανάγκη έχουμε από επώνυμο άρχοντα που να δίνει τ’ όνομά του στο χρόνο; Κάτω ο επώνυμος άρχοντας που έβαλε πριν από λίγο καιρό δέκα στρατηγούς να εκλέξουνε και να στεφανώσουν έναν ποιητή, αντί να βάλει δέκα ανθρώπους από το λαό. Η αλήθεια είναι πως ο ένας από τους στρατηγούς ήτανε ο Κίμωνας. Περίπτωση ελαφρυντική από τη μια μεριά, γιατί ο Κίμωνας χτύπησε τους Φοίνικες, επιβαρυντική όμως από την άλλη γιατί ο Κίμωνας, για να βγει από τη φυλακή όπου είχε κλειστεί για χρέη, πούλησε την αδερφή του την Ελπινίκη κι από πάνω και τη γυναίκα του στον Καλλία. Αν ο Αισχύλος είναι ριψοκίνδυνος κι αξίζει να κληθεί στον Άρειο Πάγο, μήπως κι ο Φρύνιχος δεν δικάστηκε και καταδικάστηκε, επειδή είχε δείξει στη σκηνή, στην κατάληψη της Μιλήτου, τους Έλληνες να νικιόνται από τους Πέρσες; Πότε πια θ’ αφήνουμε τους ποιητές να κάνουνε ό,τι τους αρέσει; Ζήτω η λευτεριά του Περικλή, κάτω η λογοκρισία του Σόλωνα! Κι ύστερα, τι είναι πάλι αυτός ο καινούργιος νόμος που περιορίζει το χορό από πενήντα χορευτές σε δεκαπέντε; και πώς θα παίζουνε τις Δαναΐδες; και δεν θα χλευάζουνε μ’ αυτό τον τρόπο το στίχο του Αισχύλου; Ο Αίγυπτος, ο πατέρας με τους πενήντα γιους, όταν οι πενήντα θα είναι δεκαπέντε; Αυτοί οι άρχοντες είναι κουτοί. Καυγάς, οχλαγωγία. Ο ένας προτιμάει το Φρύνιχο, ο άλλος προτιμάει τον Αισχύλο, του ενός του αρέσει περισσότερο το μελωμένο κρασί από το βρασμένο μοσχολίβανο. Οι αντιπρόσωποι των ηθοποιών φιλονικούν όπως μπορούνε απ’ αυτή την οχλαγωγία, που διακόπτεται κάπου-κάπου από τη στριγκιά φωνή των πλανόδιων πωλητριών φαλλών και των νεροπουλητών. Αυτή είναι η αθηναϊκή οχλαγωγία. Σ’ αυτό το διάστημα το έργο παίζεται. Είναι έργο ανθρώπου που βρίσκεται στη ζωή. Η οχλαγωγία είναι μέσα στο δίκιο της. Αργότερα, όταν θα πεθάνει ή θα εξοριστεί ο Αισχύλος, τότε θα σωπαίνουν. Πρέπει να σωπαίνεις μπροστά σ’ ένα θεό. Aequum est, ο Πλαύτος τα λέει αυτά, vos deo facere silentium.

**

Η μεγαλοφυΐα είναι κατηγορούμενος. Όσο ζούσε ο Αισχύλος, αμφισβητούνταν. Τον αμφισβητήσανε κι ύστερα τον καταδιώξανε· φυσική πορεία. Σύμφωνα με την αθηναϊκή συνήθεια μπήκανε και στην ιδιωτική του ζωή και τον αμαυρώσανε· τον συκοφαντήσανε. Μια γυναίκα που αγάπησε, η Πλανησία, αδερφή της Χρυσίλλας, της ερωμένης του Περικλή, ατιμάστηκε μπροστά στο μέλλον από τις προσβολές που έκανε δημοσία στον Αισχύλο. Υποθέτανε πως είχε ανώμαλους έρωτες, του βρήκανε, όπως στο Σαίξπηρ, ένα λόρδο Σάουθαμπτον. Η δημοτικότητά του χτυπήθηκε στο καίριο σημείο της. Θεωρούσανε έγκλημα σ’ αυτόν το κάθε τι ακόμα και την καλή του διάθεση απέναντι στους νέους ποιητές που του πρόσφεραν με σεβασμό τα καινούργια τους στεφάνια.

Ζωντανός ο Αισχύλος ήτανε ένα είδος δημόσιου στόχου εκτεθειμένου σε όλα τα μίση. Όταν ήτανε νέος προτιμούσαν τους παλιούς, το Θέσπιδα και το Φρύνιχο· όταν γέρασε, προτιμούσανε τους καινούργιους, το Σοφοκλή και τον Ευριπίδη. Στο τέλος σύρθηκε στον Άρειο Πάγο και επειδή όπως λέει ο Σουίδας, το θέατρο γκρεμίστηκε ενώ παιζόταν ένα έργο του, και για τον Αιλιανό επειδή είχε βλασφημήσει ή, πράγμα που είναι το ίδιο, γιατί διηγότανε τα μυστήρια της Ελευσίνας, εξορίστηκε. Πέθανε στην εξορία.

Τότε ο ρήτορας Λυκούργος φώναξε: Πρέπει να υψώσουμε χάλκινο ανδριάντα στον Αισχύλο. Κι η Αθήνα που είχε διώξει τον άνθρωπο, ύψωσε τον ανδριάντα. Έτσι ενώ ο Σαίξπηρ έπεσε στην λησμονιά όταν πέθανε, ο Αισχύλος μπήκε μέσα στη δόξα. Αυτή η δόξα, που με τους αιώνες πέρασε από πολλές φάσεις, από εκλείψεις, από εξαφανίσεις και ξαναεμφανίσεις, ήτανε εκθαμβωτική: Η Ελλάδα θυμήθηκε τη Σαλαμίνα όπου είχε πολεμήσει ο Αισχύλος. Ο Άρειος Πάγος ντράπηκε. Ένιωσε πως φάνηκε αχάριστος στον άνθρωπο που στην Ορέστεια τίμησε αυτό το δικαστήριο ώς το σημείο να βάλει για δικαστές του την Αθηνά και τον Απόλλωνα. Ο Αισχύλος έγινε ιερός. Όλες οι φατρίες απόκτησαν την προτομή του στην αρχή με ταινίες κι αργότερα με δάφνες. Ο Αριστοφάνης τον βάζει να πει στους Βατράχους του: “Πέθανα, μα η ποίησή μου ζει ακόμα”. Στις μεγάλες μέρες της Ελευσίνας, ο κήρυκας του Άρειου Πάγου σάλπιζε, για να τιμήσει τον Αισχύλο, με την τυρρηνική σάλπιγγα. Έκαναν με έξοδα της δημοκρατίας, ένα επίσημο αντίτυπο με τα ενενήντα επτά δράματά του· τον επιμελήθηκε ο ίδιος ο γραμματεύς της Αθήνας. Οι ηθοποιοί που παίζανε τα έργα του ήτανε υποχρεωμένοι να μελετούν τους ρόλους τους επάνω σ’ αυτό το πλήρες και μοναδικό αντίτυπο. Είχανε τον Αισχύλο δεύτερον Όμηρο. Ο Αισχύλος απόκτησε κι αυτός τους ραψωδούς του που τραγουδούσανε τους στίχους του στις γιορτές και κρατούσανε στο χέρι τους ένα κλαδί μυρτιάς.

_________________________

  • Β. Ουγκώ, Φιλοσοφία και φιλολογία. Μετάφραση: Κ.Λ. Μεραναίος – Μίνα Ζωγράφου. Εκδόσεις Μαρή. Αθήναι 1950

Μοιράσου το!
ΔΡΩΜΕΝΑ ΜΕΛΕΤΕΣ-ΑΡΘΡΑ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

ΙΣΩΣ ΣΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ