Το μυστικό του μεγέθους – Ουίλιαμ Σαίξπηρ

Το μυστικό του μεγέθους – Ουίλιαμ Σαίξπηρ

Μοιράσου το!

  • ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΑΤΖΙΝΗΣ

Καμιά επέτειος δε μπορεί να συγκριθεί σε λάμψη μ’ αυτήν που αναφέρεται στα τετρακόσια χρόνια του Σαίξπηρ. Άπειρα άρθρα, μελέτες, δοκίμια, τυπώνονται πάλι σε βιβλία, σ’ εφημερίδες, σε περιοδικά, χωρίς να εξαντλείται το θέμα. Το απόθεμα πείρας που περικλείνει το έργο του ειναι τεράστιο. Βλέπουμε και ξαναβλέπουμε τις τραγωδίες του, τις διαβάζουμε, βυθιζόμαστε στον κόσμο τους, εγκαταλειπόμαστε στην επίδρασή τους, χωρίς να τις χορταίνουμε ποτέ. Κι όταν ακόα πιστεύουμε πως τελειώσαμε μ’ αυτές, έρχεται γρήγορα η στιγμή που ανακαλύπτουμε ότι βρισκόμαστε στην αρχή. Είναι ένα μοναδικό φαινόμενο (ύστερ’ από τη μεγαλειώδη υποβολή της αρχαίας τραγωδίας) αυτή η εκρηκτική δύναμη που φωλιάζει μέσα στο έργο του, με την διαρκώς ανανεούμενη πυρηνική της ύλη. Έχουμε την εντύπωση ότι η διάσπαση του ατόμου έγινε πριν τέσσερις αιώνες μέσα στο χώρο του πνεύματος. Αν οι κλασικοί βαθαίνουν τη ζωή μας, της δίνουν νόημα, αλλά και κάποτε καταντούν ανιαροί, ο Σαίξπηρ δεν ανήκει σ’ αυτούς. Ξεκινάει μαζί τους, σε ό,τι αφορά την πρωθόρμητη γνώση του κόσμου, αλλά βρίσκεται έξω απ’ αυτούς γιατί ποτέ δε θα μας κάμει να πλήξουμε. Είναι ένας έρωτας σε διαρκή ένταση. Ξεκινούμε καμιά φορά, νωχελείς κι αδιάφοροι, για να παρακολουθήσουμε ένα απ’ αυτά τα έργα του που παίρνουν μέσα στο σύνολο της δημιουργίας του μια θέση τρίτης και τέταρτης σειράς· έργα που τα ’γραψε προφανώς σε μια ώρα ανάπαυλας, ανάμεσα σε δυο κορυφώσεις, όταν το πνεύμα του ήθελε όχι να σοβαρευτεί μπροστά στο μυστήριο της ζωής, αλλά να παίξει με την επιφάνειά της. Κι ανακαλύπτουμε κατάπληκτοι, ότι αυτόματα, χωρίς ο ίδιος να το καταλαβαίνει, ανακατεύει πάλι με τα τεράστια χέρια του τη ζωή, μέσα σ’ ένα καζάνι, ώς το βυθό. Αυτός ο βυθός είναι ο Σαίξπηρ, φερμένος στην επιφάνεια χωρίς να πάψει να είναι βυθός. Ανασύρει στο φως τα μυστικά της ζωής, με την ίδια άνεση, την ίδια αυτόματη κίνηση, που θ’ ανεβάζαμε έναν κουβά νερό από ένα πηγάδι.

Είπαν ότι μια μοναδική μοίρας τον έβαλε πλάι στο Θεό για να παρακολουθήσει πώς έπλαθε τους ανθρώπους. Αυτά τα μεγαλειώδη πρόσωπα των τραγωδιών του, ο Άμλετ, ο Οθέλλος, ο Μάκβεθ, είναι άνθρωποι καθημερινοί, απ’ αυτούς που μπορούμε να συναντήσουμε κάθε στιγμή στο δρόμο μας, με τις αμφιβολίες τους, τις ζήλιες τους, το πάθος τους για τη δύναμη. Και σύγχρονα , γιγάντιοι, τιτανικοί. Τα πάθη τους, ξεπερνώντας το ανθρώπινο, αποκτούν το πλάτος και τη δύναμη που τα κάνει δέκα φορές πιο ανθρώπινα, ακατάλυτους καθρέφτες. Μέσα στη λογοτεχνία έχουμε παραδείγματα οριστικών τομών, από όπου αναπηδούν οι αλήθειες των παθών. Θυμόμαστε τον Προυστ με τγο επεισόδιο της Αλμπερτίν. Αλλά εκεί είναι η ανατομία της ζήλιας σε σελίδες ενός εξονυχιστικού δοκιμίου μάλλον, σελίδες συναρπαστικής αναλύσεως, όχι το παφλάζον κύμα που είναι ο Οθέλλος. Ο Σαίξπηρ κατέχει όσο κανένας άλλος το μυστικό τού μεγέθους, σε τρόπο που όταν το βάζει ανάμεσά μας να φαίνεται προσαρμοσμένο στα δικά μας μέτρα, χωρίς εντούτοις να χάνει τίποτε από τις πραγματικές διαστάσεις του. Ξαναγυρίζουμε στους ήρωές του για να επαληθεύουμε την ύπαρξή μας, για να ανανεώνουμε την πίστη μας στη δική μας ατομική αξία. Έργο του μεγάλου ποιητή είναι να μας δημιουργεί την αυταπάτη ότι συμμετέχουμε σε μια ενέργεια που βρίσκεται έξω από μας, αλλά που η ακτινοβολία της φωτίζει τον κόσμο μας εκ των ένδον.

Η απόσταση που μας χωρίζει απ’ αυτόν είναι αρκετά μεγάλη, ώστε η μορφή του να χάνεται μέσα σε μιαν αχλύ παραμυθιού. Τίποτα δεν ξέρουμε γι’ αυτόν, και τα ξέρουμε όλα. Πραγματικά, δεν έχουμε ανάγκη να μάθουμε πώς γεννήθηκε και πώς έζησε, ποιες ήταν οι σχέσεις του με τους ανθρώπους. Μέσα στο έργο του υπάρχουν όλα, μαντεύονται, όχι στις λεπτομέρειές τους αλλά στην ανθρώπινη ουσία τους. Φτάνουμε μαζί του στο κρίσιμο εκείνο σημείο όπου οι πράξεις μετατρέπονται σε ουσίες ζωής και αντίστροφα οι ουσίες μετουσιώνονται σε πράξεις. Τι μας ενδιαφέρει αν σηκωνόταν το πρωί μουτρωμένος ή γεμάτος κέφι, αν ξενυχτούσε ή όχι, αν έτρωγε πολύ, αν έπινε, αν κοιμότανε με γυναίκες, αφού μέσα στο έργο του βρίσκουμε το υπόστρωμα όλων αυτών των σημείων και την ουσιώδη σχέση τους με την ανθρώπινη ύλη; Όταν μπορεί κανείς να πιάνει τον άνθρωπο και τη ζωή με χέρια τόσο ζεστά και να την ξαναπλάθει χωρίς τίποτα να παραποιεί, να ψευτίζει, αλλά απεναντίας να την πλουτίζει με μια μεγαλειώδη ποίηση, τότε θα πει ότι έχει γευθεί τα πάντα, τις χαρές και τις απελπισίες του έρωτα,μ την απόλαυση του καλού φαγητού και του καλού κρασιού, το αίσθημα της φιλίας και της συμπόνιας, την ονειροπόληση σε μια όχθη μπροστά στα φεγγαρολουσμένα νερά. Μόνο από μια ζωή πληθωρική (αδιάφορο αν θυσιασμένη εν όλω ή εν μέρει στο έργο) μπορεί να παραχθεί μια τέτοια ηφαιστειακή ενέργεια. Είναι άλλοι συγγραφείς, αληθινοί, γνήσιοι, που χρειαζόμαστε τη ζωή τους για να εξηγήσουμε το έργο τους. Η κλίμακά τους είναι διαφορετική. Από τον Μπωντλαίρ ώς τον Αντρέ Ζιντ, βρισκόμαστε μπροστά σε μια στρατιά από πνεύματα βασανισμένα που σκαλίζουν τις πληγές τους. Μέσα στην ίδια τους τη ζωή θ’ ανακαλύψουμε τις αιτίες αυτών των τραυμάτων. Ο Σαίξπηρ δεν έχει ανάγκη ν’ αυτοβασανιστεί για να κραυγάσει. Η ματιά του αγκαλιάζει όλη τη ζωή, γιατί ο πυρήνας της βρίσκεται μέσα του.

Συμβαίνει και τούτο ακόμη με τον μεγάλο ελισαβετιανό. Διαβάζουμε άπληστα κάθε τι που έχει γραφτεί γι’ αυτόν – κι έχουν γραφτεί πραγματικά οι πιο αξιοθαύμαστες σελίδες που μας μυούν, που μας φωτίζουν πάντα σε κάτι που οι ίδιοι δε μπορέσαμε ή δεν προφτάσαμε να ιδούμε. Κι όμως, μόλις βρεθούμε πάλι αντιμέτωποι με τον ίδιον, κι οι πιο σπουδαίοι μελετητές του σβήνουν μεμιάς, εξαφανίζονται μπροστά στη λάμψη που εκπέμπει η δική του παρουσία. Κανένας δε μπόρεσε ν’ αναμετρηθεί μαζί του. Σπάζει όλα τα καλούπια, κονιορτοποιεί την έννοια του τόπου και του χρόνου, πάνω στην οποία οι επαγγελματίες θεατρογράφοι ακουμπούν για να μπορέσουν να σταθούν. Τα δικά του πόδια είναι για να περπατούν με ασφάλεια πάνω από χάος.

Θυμάμαι πάντα μια παράσταση του Άμλετ που είδα στο Ντουμπρόβνικ με Γιουγκοσλάβους ηθοποιούς. Το σκηνικό ήταν φυσικό, πάνω στα ύψη ενός μεσαιωνικού πύργου. Κι ο ηθοποιός που έπαιζε τον Άμλετ, ο Ζόραν Ριστάνοβιτς, ένας λεπτός τριανταπεντάρης, κομμένος και ραμμένος στο ρόλο του μελαγχολικού πρίγκιπα. Όταν ακούμπησε στο παραπέτο ενός πηγαδιού για ν’ απαγγείλει τον περίφημο μονόλογο, “Να ζει κανείς ή να μη ζει”, τότε μου έγινε η τέλεια αποκάλυψη. Γιατί δεν ήταν απαγγελία, ήταν ένα μίλημα με τον εαυτό του. Άκουες τη σκέψη του, όχι τη φωνή του, όσο κι αν αυτή ήταν δυνατή για να φτάνει ώς τους τελευταίους θεατές που πλημμύριζαν πίσω τις σκάλες και τις επάλξεις. Δεν ξέρω πώς έπαιζαν οι ηθοποιοί στον καιρό του Σαίξπηρ. Αλλά σκεφτόμουν εκείνη τη στιγμή ότι καιρός είναι να δοκιμάσουμε, όσο μπορούμε πιο τολμηρά, το νατουραλιστικό παίξιμο, όχι μόνο στις παραστάσεις του Σαίξπηρ αλλά και της Αρχαίας Τραγωδίας. Οι σκηνοθέτες μας που τρέμουν μπροστά στο τέλμα, θα ’βρισκαν μια σωτήρια διέξοδο για τις νέες δημιουργίες τους.

  • Πρώτη δημοσίευση: ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, έτος ΛΗ΄, τόμος 75ος, τεύχος 887, 15 Ιουνίου 1964.

Μοιράσου το!
ΔΡΩΜΕΝΑ ΜΕΛΕΤΕΣ-ΑΡΘΡΑ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΙΣΩΣ ΣΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ