Κοινωνικοπολιτικές λειτουργίες του Οιδιπόδειου μύθου

Κοινωνικοπολιτικές λειτουργίες του Οιδιπόδειου μύθου

Μοιράσου το!

  • GEORGES DEVEREUX*

Η ψυχαναλυτική μελέτη των κοινωνικών και πολιτικών φαινομένων επιδιώκει να μεταφράσει υποκειμενικές, ασύνειδες ψυχολογικές διαδικασίες σε αντικειμενικά κοινωνικοπολιτιστικά δεδομένα. Αυτό το πρόβλημα συζητήθηκε καταρχήν από τους ψυχαναλυτές, με όρους παλαιοψυχολογικών θεωρήσεων αναφερομένων στις πηγές του πολιτισμού, σε μιαν εποχή όπου υπήρχαν λίγες σχετικά πληροφορίες για παραδείγματα συγκεκριμένα του τρόπου με τον οποίο, κάτω από σφοδρές πιέσεις, αθροίσματα ασυνείδητων ορμών και φαντασιώσεων μεταμορφώνονται σε μύθους ή έθιμα.

Καθώς ο οιδιπόδειος μύθος, από ψυχαναλυτική άποψη, αποτελεί το κατάλληλο παράδειγμα αυτής της μεταμόρφωσης ενός υποκειμενικού συμπλέγματος σε πολιτιστικό φαινόμενο, προτείνεται εδώ να συζητηθεί η πιθανότητα μήπως αυτός ο μύθος –αφού πρώτα διακριθεί από το οιδιπόδειο σύμπλεγμα– αναπτύχθηκε σαν ανταπόκριση σε ορισμένες κοινωνικοπολιτικές αναστατώσεις που ήταν αποτέλεσμα της επιτυχημένης τελικά προσπάθειας των Ελλήνων επιδρομέων, που λάτρευαν τον Θεό-Ουρανό, να επιβάλουν πατριαρχική γενεαλογία και πατριαρχικούς κληρονομικούς νόμους και συνήθειες στους μισοκατακτημένους μόλις προελληνικούς μητριαρχικούς κατοίκους της Ελλάδας, που λάτρευαν τη Θεά-Γη.

Έχει, φυσικά, κατανοηθεί με σαφήνεια ότι το οιδιπόδειο σύμπλεγμα είναι ένα παγκόσμιο, εξελικτικό ανθρώπινο φαινόμενο, εντελώς ανεξάρτητο, σε όλες τις ουσιώδεις πλευρές του, από την ειδική φύση της κοινωνίας και του πολιτισμού όπου γεννιέται ένα άτομο. Είναι περιττό να επικαλεσθεί κανείς παλαιοψυχολογικά επιχειρήματα υψηλού θεωρητικού επιπέδου για να εξασφαλίσει στο οιδιπόδειο σύμπλεγμα μια βιολογική βάση, δεδομένου ότι υπάρχει ένα αξιοπαρατήρητο βιολογικό γεγονός, που εξηγεί άμεσα την παγκοσμιότητα του οιδιπόδειου συμπλέγματος στον άνδρα, και μόνο στον άνδραi.

Το ανθρώπινο θήλυ είναι μοναδικό για τη σεξουαλική του δεκτικότητα ακόμη και στην περίοδο της εγκυμοσύνης και του θηλασμού. Είναι συνεπώς το θήλυ το μόνο ικανό ορμονικά και ψυχολογικά να δοκιμάζει ταυτόχρονα σεξουαλικές και μητρικές συγκινήσεις. Έχει καταδειχθεί αλλού – τόσο με ανάλυση του οιδιπόδειου μύθουii όσο και με κλινικά δεδομένα που επιβεβαιώνουν ολοκληρωτικά την ερμηνεία μου σ’ αυτό το ζήτημαiii – ότι είναι αποτελεσματικότατα και οικονομικότατα να συνάγεται το οιδιπόδειο σύμπλεγμα από τις αντιοιδιποδικές αντιδράσεις των γονέων. Η ταυτόχρονη ύπαρξη σεξουαλικών και μητρικών συμπεριφορών στο ανθρώπινο θήλυ αρκεί εντελώς για να εξηγήσει γιατί το οιδιπόδειο σύμπλεγμα είναι ένα παγκόσμιο και, πραγματικά, χαρακτηριστικό μόνο του ανθρώπινου είδους σύμπλεγμα. Ο Freud σημείωσε ότι είναι ο άξονας της διαφοροποίησης του ανθρώπου από τα ζώα και τη εξέλιξης της ανθρώπινης ψυχής και του ανθρώπινου πολιτισμούiv που, όπως έχω καταδείξει, πρέπει να θεωρούνται συμφυήv.

Η αντίληψη αυτή για το οιδιπόδειο σύμπλεγμα συμφωνεί απόλυτα με το πειστικό επιχείρημα του Lowievi, ότι οι πίθηκοι δεν είναι δυνατόν να μπορούν να διαπράξουν αιμομιξία, γιατί η συγγένεια είναι μια ψυχοπολιτιστική αντίληψη που δεν έχει νόημα για τον πίθηκο. Το βιολογικό γεγονός ότι ένα δεδομένο θήλυ τυχαίνει να είναι μητέρα, κόρη ή αδερφή του, δεν έχει καμιά ψυχική σημασία για τον πίθηκο, και συνεπώς δεν αποτελεί δύναμη για τον αρσενικό πίθηκο που βρίσκεται απέναντι στη σεξουαλική δεκτική μητέρα, κόρη ή αδερφή του. Αυτό, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να τον ωθήσει να απορρίψει “ηθικά” ή να επιδιώξει “νευρωτικά” ή “αμαρτωλά” σεξουαλικές επαφές με τις θηλυκές συγγενείς του.

Η κατάδειξη επομένως τού ότι η γένεση του οιδιπόδειου μύθου, αφού διακριθεί από το οιδιπόδειο σύμπλεγμα, είχε μερικές καθοριστικές κοινωνικοπολιτικές επιδράσεις στην αρχαία ελληνική κοινωνία, ενισχύει μάλλον αντί να κλονίζει τη φροϊδική θέση σχετικά μ’ αυτό το σύμπλεγμα και την αντίστοιχη σημασία του για την ανθρώπινη ψυχολογία. Ό,τι προτείνουμε να συζητηθεί εδώ, είναι απλώς οι παράγοντες που αναγκάζουν ένα υποκειμενικό (και μερικά ασυνείδητο) ψυχικό σύνολο ορμών και φαντασιώσεων, να εκρήγνυται μέσα στη συνείδηση, και –σαν άμυνα εναντίον αυτής της ανάδυσης και επιστροφής του απωθημένου– να γίνεται απρόσωπο και να ενσωματώνεται στον πολιτισμό με τη μεταμόρφωση των υποκειμενικών φαντασιώσεων, για τις οποίες έχει κανείς ένα αίσθημα προσωπικής ευθύνης, σ’ έναν πολιτιστικά επικυρωμένο μύθο, για τον οποίο δεν αισθάνεται κανείς υπεύθυνοςvii.

ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΛΙΤΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ

Παρά τις μεγάλες διαφορές στην αξιολόγηση των λεπτομερειών, πολλοί κλασικοί φιλόλογοι βεβαιώνουν ότι το κύριο πρόβλημα που αντιμετώπισαν οι Έλληνες εισβολείς στην Ελλάδα, ήταν το ασυμβίβαστο του μητριαρχικού είδους πολιτισμού των προελλήνων κατοίκων της Ελλάδας, που λάτρευαν τη Θεά-Γη, με το πατριαρχικό είδος πολιτισμού των κατακτητών που λάτρευαν τον Θεό-Ουρανό.

Χρειαζόταν υπολογίσιμη προσπάθεια για να επιτευχθεί ο συγκρητισμός των θηλυκών θεοτήτων του προελληνικού πληθυσμού με τις αρσενικές θεότητες των Ελλήνων· να καθοριστεί η μεταξύ τους σχέση· και να επιβληθεί η άποψη ότι η αρχαία τοπική θεά Ήρα, λόγου χάρη, με το να παντρευτεί τον επιδρομέα Θεό-Ουρανό Δία, έγινε, σύμφωνα με τα ελληνικά μέτρα, υποτελής στην εξουσία του αντί να διατηρήσει την ηγεμονία που, σύμφωνα με τα αρχαία τοπικά έθιμα, οι Θεές-Μητέρες ασκούσαν πάνω στους γιους-εραστές τους, τους λεγόμενους παρέδρους. Είναι επιτρεπτό να συμπεράνει κανείς ότι οι αμέτρητες αναφορές από τον Όμηρο και πολλές άλλες πηγές, σχετικά με τις συνεχείς φιλονικίες ανάμεσα στην Ήρα και στο Δία, μπορεί να αντιπροσωπεύουν τον αντίλαλο αυτού του βίαιου συγκερασμού δυο πανθέων. Ένας ακόμη πιο ισχυρός αντίλαλος του αγώνα για εξουσία ανάμεσα στο Δία και στην Ήρα είναι η γέννηση της Αθηνάς, και σε μικρότερη έκταση, του Διόνυσου, του Τυφώνα και του Ήφαιστου.

Σε διάφορες εκδοχές του μύθου, βρίσκουμε τον Δία και την Ήρα να αποδύονται σε ανταγωνισμό για την παρθενογενετική γονεία. Η Ήρα πέτυχε να γεννήσει παρθενογενετικά τον Τυφώνα και ίσως και τον Ήφαιστο, επειδή οργίστηκε που ο Δίας γέννησε την Αθηνά. Σχετικά με τη γέννηση της Αθηνάς υπάρχουν δυο εκδοχές. Κατά τη μια ο Δίας αφήνει έγκυο τη Μήτι με την Αθηνά, και ύστερα ή καταπίνει την έγκυο Μήτι ή μεταφέρει την Αθηνά, που είναι ήδη έμβρυο, στην κοιλιά του. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, η Αθηνά γεννιέται, ντυμένη με πλήρη πανοπλία, από το κεφάλι του Δία. Ένα παράδειγμα λιγότερο ιδιότυπης εγκυμοσύνης και γέννησης παραδίνεται με τον μύθο του Διόνυσου. Αφού σκότωσε την έγκυο ερωμένη του, τη Σεμέλη, ο Δίας σώζει τον αγέννητο γιο του Διόνυσο σχίζοντας τον μηρό του και τοποθετώντας το έμβρυο μέσα σ’ αυτό το υποκατάστατο της μήτρας. Ασφαλώς ένας αρσενικός Θεός δεν θα “υποβίβαζε” τον εαυτό του ώς το σημείο να επιδιώκει να γίνει μητέρα, αν η απόλυτη υπεροχή του άρρενος απέναντι στο θήλυ είχε εδραιωθεί πλήρως την εποχή όπου γεννήθηκε αυτός ο μύθος. [Υπενθυμίζουμε εδώ παρόμοιες συνήθειες στους πρωτόγονους λαούς σχετικές με την αρρενολοχεία (couvade, 16) καθώς και την ψυχαναλυτική ερμηνεία τού Roheim για το αυστραλιανό σύμπλεγμα “Πατέρας με γυναικείο κόλπο” (17)]. Είναι σημαντικό το γεγονός ότι η Αθηνά – αρχικά τοπική προελληνική Θεά – γίνεται κατόπιν ένα υπάκουο όργανο της θέλησης του πατέρα της Δία.

Η διαμάχη για υπεροχή ανάμεσα στις αρσενικές και θηλυκές θεότητες ήταν αμφίρροπη για πολύν καιρό. Σύμφωνα με μια ετυμολογία, το όνομα Ποσειδών σημαίνει απλώς Σύζυγος της Κυρίας, με την έννοια ότι ο Ποσειδών δεν απέκτησε αμέσως υπεροχή πάνω στη σύζυγό του.

Στο ανθρώπινο επίπεδο η διαμάχη έφτασε στις οξύτατες φάσεις της στο ζήτημα της μεταβίβασης των βασιλικών εξουσιών. Με την εξαίρεση των υπερβολικών απόψεων του Gravesviii, τα συμπεράσματα των συντηρητικών κλασικών φιλολόγων υποβάλλουν την αντίληψη ότι στην προελληνική Ελλάδα τη βασιλεία δεν την κληρονομούσε ο γιος του βασιλιά, αλλά κάποιος που, σε τακτά χρονικά διαστήματα, σκότωνε τελετουργικά τον βασιλιά και παντρευόταν τη βασίλισσα. Κατά τη μεταβατική περίοδο φαίνεται πως υπήρξαν περιπτώσεις – όπως ο βίαιος θάνατος του Οινόμαου, όταν η κόρη του παντρεύτηκε τον Πέλοπα – όπου διάδοχος ήταν εκείνος που σκότωσε τον βασιλιά και παντρεύτηκε την κόρη του.

Μια μακρινή ηχώ αυτής της παράδοσης βρίσκεται στην Οδύσσεια. Ο Οδυσσέας, μολονότι ήταν ένας δίκαιος, εδραιωμένος και αγαπητός βασιλιάς, με πολύ μεγάλες δυσκολίες κατόρθωσε να φέρει τη νύφη Πηνελόπη στο δικό του βασίλειο της Ιθάκης αντί να αποδεχτεί τη μητριαρχική διαμονή, όπως έκαναν τόσοι αρχαϊκοί βασιλιάδες. Στάθηκε εντελώς αδύνατο για τον γιο του Τηλέμαχο να εξασφαλίσει την υποστήριξη των Ιθακησίων ενάντια στους μνηστήρες που επεδίωκαν να γίνουν οι κληρονόμου του Οδυσσέα με το να παντρευτούν την υποτιθέμενη χήρα του, την Πηνελόπη. Αυτή την έλλειψη υποστήριξης στην έκκληση του Τηλέμαχου, μπορούμε να τη δούμε μόνο σαν αποτέλεσμα της εντελώς ανεπαρκούς ακόμη αποδοχής του νόμου για την πατριαρχική διαδοχή στο θρόνο. Αυτό το απλό γεγονός είναι κατά ένα μέρος σκοτεινό, εξαιτίας των πολλών χωρίων της Οδύσσειας σχετικά με τον αριθμό και τη δύναμη των μνηστήρων, και με την περιγραφή του Τηλέμαχου σαν αδύνατου νέου και παρόμοιου με τον Άμλετ στις αμφιταλαντεύσεις τουix. Παραδόξως, η μόνη υποστήριξη για τον Τηλέμαχο, έρχεται από την προελληνική στην καταγωγή θεά Αθηνά, τώρα πιστή οπαδό του νέου συστήματος. Παρέχει τη βοήθειά της στον Τηλέμαχο που διεκδικεί τη βασιλεία με το δικαίωμα της πατριαρχικής κληρονομίας. Αυτό ενισχύει την ερμηνεία ότι οι πρακτικές δυσκολίες του Τηλέμαχου έχουν τις ρίζες τους στην πάλη ανάμεσα σε δυο παραδοσιακούς τύπους κληρονομίας. Πραγματικά, ενώ η απαίτηση του Τηλέμαχου βασίζεται στον πατριαρχικό νόμο, ο ίδιος επιδιώκει να καταλάβει την εξουσία με τη βοήθεια μιας προελληνικής θεάς, της Αθηνάς. Για να τονίσουμε πάλι τη σημαντική αυτή διάκριση: η αφηρημένη απαίτησή του βασίζεται στον νόμο της πατριαρχίας· η μέθοδός του, καθώς επιδιώκει να κερδίσει την κληρονομία, σχετίζεται οπωσδήποτε με τον αρχαίο νόμο της βασιλείας που αποκτάται με τη βοήθεια μιας θεάς και με τον τρόπο που τής είναι αρεστός. Η διάκριση αυτή είναι αποφασιστική. Μια σωστή ερμηνεία του οιδιπόδειου μύθου καθιστά αναγκαίο το να γίνει μια διάκριση ανάμεσα στον νόμο που σύμφωνα με τους όρους του απαιτείται η κληρονομία, και στα μέσα που υιοθετούνται για να επιτευχθεί η κατοχή της.

Η ΔΙΑΔΟΧΗ ΤΟΥ ΟΙΔΙΠΟΔΑ ΣΤΟ ΘΡΟΝΟ

Το αποφασιστικό επεισόδιο του οιδιπόδειου μύθου είναι ότι ο Οιδίπους κληρονομεί τη βασιλεία του από τον πατέρα του σύμφωνα με τον ελληνικό νόμο της πατριαρχικής διαδοχής, αλλά πετυχαίνει την κατοχή της σύμφωνα με μια προελληνική τελετουργία: σκοτώνει έναν βασιλιά που είναι πατέρας του και παντρεύεται μια βασίλισσα που είναι μητέρα του. Ανθρωπολογικά, η ανάρρηση του Οιδίποδα στη βασιλεία με τα μέσα μιας παραδοσιακής τελετουργίας, που η ιδεολογική βάση της βρίσκεται ήδη σε κίνδυνο ή ακόμη που έχει ξεπεραστεί, συμφωνεί με τον νόμο ότι τα τελετουργικά έθιμα επιζούν της ιδεολογικής τους βάσης και μπαίνουν στην υπηρεσία μιας νέας ιδεολογίας. [Ένα γνωστό παράδειγμα είναι το έθιμο του χριστουγεννιάτικου δέντρου. Είναι μια από τις πολλές ειδωλολατρικές τελετουργίες που ενσωματώθηκαν στη χριστιανική πρακτική]

Είναι αρκετά περίεργο το ότι απόηχοι αυτής της δυαδικότητας βρίσκονται στη χαμένη συνέχεια της Οδύσσειας, που αναφέρει ότι ο Οδυσσέας τελικά σκοτώθηκε τυχαία από τον Τηλέγονο, τον γιο του από την Κίρκη, ενώ ο Τηλέγονος, μαζί με την Πηνελόπη και τον Τηλέμαχο, πηγαίνει στο νησί της πρώην ερωμένης του Οδυσσέα, της Κίρκης, όπου ο Τηλέμαχος παντρεύεται την Κίρκη, ενώ ο γιος της Κίρκης παντρεύεται την Πηνελόπηx.

Οι παρατηρήσεις αυτές βοηθούν να δούμε το τραγικό μεγαλείο τού οιδιπόδειου μύθου σαν προϊόν μιας απόπειρας συγκρητισμού των πατριαρχικών νόμων κληρονομίας με τη μητριαρχική τεχνική για την επίτευξη της κατοχής της κληρονομίας. Φωτίζει την κοινωνικοπολιτική λειτουργία τού οιδιπόδειου μύθου στη μετάβαση από την προελληνική στην ελληνική κοινωνία. Έτσι, ο οιδιπόδειος μύθος, αν και εμφανίζει τον αριστοτελικό “ἔλεον καί φόβον”, είναι επίσης σε τελική φάση ένας “διδακτικός μύθος” με τεράστιες διαστάσεις και προεκτάσεις. Μερικοί πρόμαχοι του παλαιού συστήματος μοιάζουν να λένε: “Θα θέλατε να κληρονομηθεί η βασιλεία από τον γιο τού βασιλιά; Πολύ καλά λοιπόν! Επειδή μόνο το παλαιό, μητριαρχικά προσανατολισμένο τελετουργικό της ανάρρησης επικυρώνει τη βασιλεία, πρέπει να αντιμετωπίσετε και να δεχτείτε τον φόνο τού πατέρα από τον γιο και τη συνέπεια του γάμου τού γιου με τη μητέρα του. Αυτό έκανε ο Οιδίπους. Ιδού οι συνέπειες!”

Η θέση ότι ο οιδιπόδειος μύθος έχει μείζονα πολιτική σημασία, ενισχύεται και από το μύθο τού Θησέα. Όπως ο Οιδίπους, είχε κι αυτός εκτεθεί στον θάνατο, αν και για το κοινό καλό: στάλθηκε στην Κρήτη σαν μέρος τού φόρου της Αθήνας στο Μίνωα. Αφού ξελόγιασε την Αριάδνη, την κόρη τού Μίνωα, σκότωσε με τη βοήθειά της το τέρας Μινώταυρο. Επιστρέφοντας στην Αθήνα “ξέχασε” να σηκώσει τα λευκά πανιά, πράγμα που επρόκειτο να σημαίνει για τον βασιλικό πατέρα του πως επιστρέφει ο Θησέας σώος, με αποτέλεσμα ο βασιλιάς ν’ αυτοκτονήσει αφήνοντας έτσι “συμπτωματικά” κενή τη θέση της βασιλείας για το γιο του.

Σ’ αυτόν τον μύθο ο γάμος μητέρας και γιου μετατίθεται στην επόμενη γενεά. Η γυναίκα του Θησέα, η Φαίδρα, ερωτεύεται τον νόθο γιο του Θησέα, τον Ιππόλυτο, που αποκρούει τις προτάσεις της, γιατί αφοσιωμένος καθώς είναι στην αγνή Άρτεμη, έχει, όπως φαίνεται, ανικανότητα, όπως ο Φοίνιξ έγινε ανίκανος ύστερα από την αιμομιξία που διέπραξε με την ευνοουμένη παλλακίδα του πατέρα τουxi. Η απογοητευμένη Φαίδρα αυτοκτονεί τότε με απαγχονισμό, αφού πρώτα συκοφαντεί τον Ιππόλυτο ότι τη βίασε: Ας θυμηθούμε ότι η Ιοκάστη απαγχονίστηκε, αφού πρώτα κατηγόρησε τον Οιδίποδα ότι την παντρεύτηκε, πράγμα αληθινό, ή, σύμφωνα με μια μεταγενέστερη εκδοχή, ότι επίσης τη βίασε αφού είχε σκοτώσει τον Λάιο σε σύγκρουση μεταξύ τουxii. Ο εξαπατημένος Θησέας καταριέται το γιο του, με αποτέλεσμα να σκοτωθεί ο νέος κάτω από δραματικές συνθήκες.

Οι παραλληλισμοί αυτοί δεν είναι απλές συμπτώσεις. Ο Θησέας παίζει αποφασιστικό ρόλο στην εδραίωση της υπεροχής του άρρενος στην ελληνική Ελλάδα. Αυτό το κατόρθωσε κυρίως με το τολμηρό δικαστήριο του αθηναϊκού Αρείου Πάγου, που απάλλαξε τον Ορέστη από το έγκλημα της μητροκτονίας και τον ελευθέρωσε από την καταδίωξη των Ερινύων που τον κυνηγούσαν. Πρόκειται για μιαν απόφαση που καθιέρωσε μια για πάντα το ότι ο γιος είναι πιο στενά συγγενής με τον πατέρα του παρά με τη μητέρα του. Η περιβόητη αυτή πράξη τείνει να επισκιάσει το γεγονός ότι ο Θησέας με το να παρασταθεί τον τυφλό και άστεγο Οιδίποδα, παραχωρώντας ου καταφύγιο στον Κολωνό και θάβοντάς τον σαν ήρωα, έδωσε μιαν ακόμη μάχη για χάρη του νέου συστήματος της πατριαρχίας. Πρόσφερε προστασία και τιμή στον άνθρωπο που διαδέχτηκε τον πατέρα του στη βασιλεία σύμφωνα με το νέο νόμο της πατριαρχικής κληρονομίας, αν και με τον τρόπο τού αρχαίου τελετουργικού: τον φόνο τού βασιλιά και τον γάμο με την βασίλισσα.

Ένα άλλο αξιοσημείωτο παράλληλο είναι το ότι, έχοντας γίνει “συμπτωματικά” βασιλιάδες, προκαλώντας ο καθένας τον θάνατο του πατέρα του, Οιδίπους και Θησέας ίδρυσαν δυναστείες που γρήγορα έπεσαν στο χάος. Η διαμάχη για τη διαδοχή τού Οιδίποδα οδήγησε στον πόλεμο των Επτά και κατόπιν στον πόλεμο των επιγόνων ενάντια στη Θήβα. Η άμεση διαδοχή τού Θησέα επίσης έφτασε σε χάος στην επόμενη γενεά, όταν ο μακρινός ανιψιός του Μενεσθεύς απέσπασε την εξουσία από τους γιους του. Τα επακόλουθα αυτά του “αντικανονικού” τρόπου με τον οποίο και ο Οιδίπους και ο Θησέας διαδέχτηκαν τους πατέρες τους – σε συσχετισμό με τις περιπέτειες του Τηλέμαχου – δείχνουν ότι το παλαιό σύστημα ήταν απρόθυμο να παραιτηθεί από την επίδρασή του στη φαντασία του λαού. Ο Όμηρος παρέκαμψε απλώς το ζήτημα με το να φέρει πίσω τον Οδυσσέα, αφήνοντας έτσι εκκρεμή τη λύση της διαδοχής στην Ιθάκη. Η “Τηλεγονία” αφήνει επίσης το πρόβλημα άλυτο σ’ ό,τι αφορά την Ιθάκη, αλλά επιστρέφει με σαφήνεια στο αρχαίο σύστημα στη χώρα της Κίρκης, βάζοντας τους δυο γιους τού Οδυσσέα να παντρευτούν τις μητριές τους. Οι μύθοι τού Οιδίποδα και του Θησέα ολοκληρώνουν το ζήτημα και προφανώς το λύνουν ευνοϊκά για την πατριαρχία, μολονότι το νέο σύστημα καταλήγει σε χάος στην αμέσως επόμενη γενεά. Η περίπτωση του Φοίνικα είναι ακόμη πιο ακραία. Αιμομικτεί με τη μητριά του και γίνεται ανίκανος· έτσι το πρόβλημα της ίδρυσης μιας πατριαρχικής δυναστείας ούτε καν αναφύεταιxiii.

Εδώ πρέπει να ειπωθούν μερικά λόγια σχετικά με την αντίληψη για τον ήρωα στην αρχαία Ελλάδα. Πρώτα, σχεδόν όλες οι πόλεις που έγιναν διάσημες από τις πράξεις ηρώων, ήταν προελληνικοί οικισμοί. Ήταν οι πόλεις όπου διαδραματίστηκαν οι αγώνες ανάμεσα στον προελληνικό πληθυσμό που κατακτήθηκε και στους Έλληνες κατακτητέςxiv. Δεύτερο, η συμπεριφορά των περισσότερων από τους μυθικούς ήρωες ήταν κάθε άλλο παρά ενάρετη. Κατά γενική έννοια, μολονότι όλοι οι ήρωες ήταν ένοχοι αμέτρητων εγκλημάτων με βάση τα συνηθισμένα κριτήρια, οι Έλληνες έτειναν να διαχωρίζουν τους ήρωες σ’ αυτούς που ήταν καταρχήν αξιέπαινοι, όπως ο Οιδίπους, ο Θησέας κι ο Ηρακλής, και στους πραγματικά κακούς, όπως ο Αίγισθος (φονιάς του Αγαμέμνονα και εραστής της Κλυταιμνήστρας), ο Σαλμωνεύς, ο Τάνταλος κλπ. Αυτή η διάκριση θα ήταν αρκετά κατανοητή και διαφανής αν δεν υπήρχαν δυο περίεργα γεγονότα, πειστικά φωτισμένα από τη Harrison. Το πρώτο είναι ότι, σύμφωνα με την πίστη των Ελλήνων, η λατρεία των ηρώων δεν συμπεριλάμβανε απαραίτητα την προσδοκία απολαβής θετικών ωφελημάτων από τις θυσίες που προσφέρονταν σε αυτούς. Μερικές από αυτές τις θυσίες είχαν ίσως περισσότερο τον χαρακτήρα της δωροδοκίας για να πείσουν τους ήρωες να αποφύγουν να βλάψουν τους δωρητές. Αυτή η συμπεριφορά δεν είναι μοναδική. Οι θυσίες που πρόσφεραν οι Sedang Moi της Ινδοκίνας στους θεούς της καταιγίδας, έχουν, παρόμοια, σαν μόνη πρόθεση να αποτρέψουν τη ζημιά και όχι να προκαλέσουν την παραχώρηση ωφελημάτωνxv. Ακόμη, όπως είχε την καλοσύνη να αναφέρει στον συγγραφέα ο Anzelo Brelich, καθηγητής της Ιστορίας των Θρησκειών στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης, οι θυσίες στους Ολυμπίους τρώγονταν κατόπιν κατά ένα μέρος, γιατί μπορεί κανείς να μοιραστεί τις θυσίες με τους ζωντανούς θεούς, ενώ αυτές που προσφέρονταν στους ήρωες του παρελθόντος και στις χθόνιες θεότητες, παραδίνονταν ολοκληρωτικά στις φλόγες, γιατί δεν μπορεί κανείς να μοιραστεί ένα συμπόσιο με ένα νεκρό. Με άλλα λόγια, και οι “καλοί” και οι “κακοί” ήρωες ήταν επικίνδυνοι. Συχνά, το μόνο όφελος που αποσπούσε κανείς από τη λατρεία τους, ήταν ότι μπορούσαν να πεισθούν να μην προκαλέσουν ζημιές.

Ωστόσο, το πιο πολύπλοκο πρόβλημα είναι εκείνο που έχει ειδικά αναλυθεί από τη Harrisonxvi. Το παράδοξο επίθετο “αμύμων” είναι φανερό πως το έδιναν στους κακούς ήρωες, όπως ο Αίγισθος ή ο Σαλμωνεύς. Κατά τη Harrison, αυτό το περίεργο επίθετο υπογραμμίζει το γεγονός ότι οι κακοί ήρωες δεν ήταν απλώς αντικοινωνικοί. Τις πράξεις τους τις προκαλούσε, κατά ένα μεγάλο μέρος, η υπακοή τους στις αρχαίες προελληνικές συνήθειες. Αντίθετα με τους “ηρωικούς” ήρωες, αυτοί είναι οι ήρωες των κατακτημένων. Διατηρήθηκαν στον προσαρμοσμένο θαυμασμό των κατακτητών, όπως περίπου, στη σύγχρονη Αμερική, οι “κακοί” Ινδιάνοι του 19ου αιώνα – Τζερόνιμο ο Απάτσι, Καθιστός Ταύρος ο Σιού – έγιναν ήρωες της αμερικανικής ιστορίας. Η προφορική παράδοση και η φαντασία – ακόμη και στο Χόλιγουντ – ύστερα από μακροχρόνιες περιπέτειες με ήρωα τον καουμπόι που παλεύει ενάντια στους κακούς Ινδιάνους, αρχίζουν να γίνονται Westerns, όπου οι ρόλοι αντιστρέφονται.

Όλα αυτά τα στοιχεία και άλλα πολλά, φανερώνουν ότι η μεγάλη κρίση της ελληνικής κοινωνίας, ξεπερνώντας κατά πολύ σε σημασία τον Τρωικό πόλεμο, τους Περσικούς πολέμους και τον Πελοποννησιακό πόλεμο, ήταν η διαμάχη για την υπεροχή τού πατριαρχικού συστήματος ενάντια στο μητριαρχικό, διαμάχη που οδήγησε στην προσπάθεια να συγκερασθούν οι δυο πολιτισμοί σ’ ένα λειτουργικό σύνολο. Αποφασιστικό στοιχείο σε αυτόν τον αγώνα συγκρητισμού είναι η εμφάνιση του οιδιπόδειου μύθου σαν διδακτικού θρύλου της παράδοσης ή σαν συντηρητικού πολιτικού μανιφέστου, που έπαιξε σημαντικό ρόλο στη βαθμιαία διαμόρφωση του ελληνικού ομηρικού κράτους.

Αυτές οι διαπιστώσεις δεν αποσκοπούν στην τροποποίηση ή στον αποκαλούμενο νεοφροϊδικό “εκπολιτισμό” του οιδιπόδειου συμπλέγματος. Αντίθετα, φωτίζουν τον τεράστιο ρόλο που το οιδιπόδειο σύμπλεγμα, στην κλασική του μορφή, παίζει σε όλες τις ανθρώπινες υποθέσεις, είτε υποκειμενικές είτε κοινωνικοπολιτιστικές. Καμιά ρεαλιστική αντιμετώπιση του ανθρώπου σαν φαινομένου sui generis δεν είναι δυνατή, χωρίς την ανάλογη προβολή τού οιδιπόδειου συμπλέγματος, τόσο στις κοινωνικές επιστήμες όσο και στην ψυχολογία.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

iTherapeutic Education. New York: Harper & Bros, 1856

iiWhy Oedipus killed Laius, Int. J. Psa., ΧΧΧΙV, 1953, pp. 132-141.

iiiRetaliatory Homosexual Triumph Over the Father. Int. J. Psa., XLI, 1960, pp. 157-161

ivFreud: Totem and Taboo. Standard Edition. XIII.

vCultural Factors in Psychoanalytic Therapy. J. Amer, Psa. Assn., I, 1963, pp. 629-655.

viLowie, R.H.: The Family as a Social Unit. Papers of the Michigan Academy of Science, Arts and Letters, XVIII, 1933, pp. 53-69.

viiNormal and abnormal. In: Some Uses of Anthropology, Theoreticaal and Applied. Edited by the Washington Anthropological Society. Washington, D.C.: Washington Anthropological Society, 1956 # Psychoanalysis as Anthropological Field Work. Transactions of the New York Academy of Sciences, Series II, XIX, 1957, pp. 457-472.

viiiGraves Robert: The Greek Myths, 2 vols. Baltimore: Penguin Books, Inc., 1955.

ixJones, Ernest: Hamlet and Oedipus. New York: W.W. Norton & Co., Inc., 1949 # Penelope’s Character. Psychoanalytical Quarterly, XXVI, 1957, pp. 378-386.

xRoscher, W. Ausführliches Lexikon der griechischen und römischen Mythologie, 6 vols. In 9 tomes. Leipzig: Teubner, 1884-1937.

xiA Counteroedipal Episode in Homer’s Iliad. Bull. Phila. Assn. Psa., IV, 1955, pp. 90-97.

xiiWhy Oedipus killed Laius, Int. J. Psa., ΧΧΧΙV, 1953, pp. 132-141.

xiiiA Counteroedipal Episode in Homer’s Iliad. Bull. Phila. Assn. Psa., IV, 1955, pp. 90-97.

xivDodds, E.R.: The Greeks and the irrational. Berkeley, Calif: University of California Press,1951, citing Nilsson, M.P.: The Mycenean Origin of Greek Mythology. Berkeley, Calif.: University of California Press, 1932.

xvDevereux, George: (Religious Attitudes of the Sedang). In: Ogburn, W.F., and Nimkoff, M. F.: Sociology. Cambridge, Mass: Houghton-Mifflin Co., 1940.

xviHarrison, Jane: Prolegomena to the Study of Greek Religion. New York: Meridian Books, 1955.

Μετάφραση: Ν. Ζουμπουλάκη

  • Πρώτη δημοσίευση: περ. “Εποχές”, τεύχος 17, Σεπτέμβριος 1964

  • Κεντρική φωτογραφία: Ο Οιδίπους στον Κολωνό

________________________________-

*GEORGES DEVEREUX (13 Σεπτεμβρίουυ 1908 – 28 Μαϊου 1985). Ελληνιστής φιλόλογος και ψυχαναλυτής. Καθηγητής της Εθνολογίας στο Menninger School of Psychiatry και Διευθυντής Σπουδών του Devereux Foundation στο Devon της Philadelfia. Είχε ασχοληθεί ιδιαίτερα με τις κοινωνικές και πολιτιστικές επιδράσεις στη διαμόρφωση της προσωπικότητας. Από τα πολλά συγγράμματά του μια επιλογή:

  • Reality and Dream: Psychotherapy of a Plains Indian, New York: International Univ. Press, 1951
  • A Study of Abortion in Primitive Societies; a typological, distributional, and dynamic analysis of the prevention of birth in 400 pre-industrial societies, New York: Julian Press, 1955
  • Mohave ethnopsychiatry and suicide: the psychiatric knowledge and the psychic disturbances of an Indian tribe, St. Clair Shores, Michigan: Scholarly Press, 1976
  • Ethnopsychoanalysis: psychoanalysis and anthropology as complementary frames of reference, Berkeley: University of California Press, 1978
  • Dreams in Greek Tragedy: An Ethno-Psycho-Analytical Study, University of California Press, 1976
  • Les Femmes et les psychotiques dans les sociétés traditionelles, (edited by Devereux), Paris 1981
  • Femme et Mythe, Paris: Flammarion, 1982
  • The character of the Euripidean Hippolytos: an ethno-psychoanalytical study, Chico, Calif.: Scholars Press, 1985.

Μοιράσου το!
ΔΡΩΜΕΝΑ ΜΕΛΕΤΕΣ-ΑΡΘΡΑ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΙΣΩΣ ΣΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ